στο ηφαίστειο του Αίμου πριν την επόμενη έκρηξη-για ένα βαλκανικό ελευθεριακό όραμα

 Στο ηφαίστειο του Αίμου πριν την επόμενη έκρηξη

Αποτέλεσμα εικόνας για γεφύρι άρτας παλιές φωτογραφίες

«Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί».                                                                                                                            

Γιώργος Σεφέρης                                                                                                                         

Έκδοση «Ελευθεριακό Γυρολόι»

Το κείμενο της μπροσούρας, σε μια εποχή που η ρευστότητα είναι ο μοναδικός κανόνας για την ευρύτερη περιοχή, ήταν βάση για μια από τις εισηγήσεις σε εκδήλωση για τα Βαλκάνια, στη διεθνή διοργάνωση αναρχικών συλλογικοτήτων με την ονομασία «3 γέφυρες», το φθινόπωρο του 2015. Οι αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν, οι προσθήκες και οι διορθώσεις δεν άγγιξαν καθόλου τον πυρήνα του σκεπτικού που αναπτύχθηκε ενοχλητικά στην εκδήλωση.

Σημαντικές εξελίξεις υπήρξαν αυτήν τη τριετία στη Μέση Ανατολή και στα Βαλκάνια τα οποία αναδιπλώθηκαν μετά την επίσκεψη του Χόιτ Μπράιαν Γι, βοηθού αναπληρωτή υφυπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ. Απόρροια αυτής ήταν η έναρξη διαλόγου για μια σειρά ανοιχτών και κρίσιμων ζητημάτων που ταλανίζουν τις χώρες της Βαλκανικής: η πολιτική κρίση στην πΓΔΜ και στην Αλβανία, το όνομα της διπλανής χώρας που αντικατοπτρίζεται σε αλυτρωτικές διατυπώσεις του συντάγματός της και στη χρήση ιστορικών συμβόλων του ελληνισμού, η ενεργοποίηση της αλβανικής πλατφόρμας, η διφορούμενη στάση της Σερβίας που αλληθωρίζει προς το ρωσικό παράγοντα, οι ελληνοαλβανικές σχέσεις καθώς και η βασική ατζέντα της καταπολέμησης της «διαφθοράς, της εγκληματικότητας και της τρομοκρατίας». Ο λόγος βέβαια αυτής της υποτιθέμενης βελτίωσης είναι ορατός: η σχεδόν καλπάζουσα επέκταση των ΗΠΑ διαμέσου ΝΑΤΟ ως αντίδοτου στις κρίσεις που ο ίδιος ο ιμπεριαλιστικός παράγοντας προκάλεσε. Ο στόχος είναι ολοφάνερος και έχει δυο κατευθύνσεις: η ΝΑ με στόχο τον έλεγχο της Μέσης Ανατολής δια της δημιουργίας ενός χρήσιμου κουρδικού διαδρόμου και η άλλη είναι η ΒΑ με στόχο τον περιορισμό της Ρωσίας στην ασιατική της γειτονιά. Ο στόχος όμως αυτός επιτυγχάνεται μόνο διαμέσου του κατακερματισμού της περιοχής σε μικρότερα και ελεγχόμενα προτεκτοράτα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ιμπεριαλιστική επέκταση. Το διαχρονικό μέσο για αυτήν είναι η προώθηση των διαχρονικών εθνικών ζητημάτων.

Έτσι, και χωρίς την αναφορά στις εξελίξεις της διετίας 2015-18 που λείπουν από την αρχική εισήγηση, τα βασικά συστατικά που ψύχουν και αποψύχουν το βαλκανικό ζήτημα είναι σχεδόν τα ίδια. Και αδιάφορα επίσης για μια «αντιεξουσιαστική» σούπα και το ψυχρό καμίνι της ιδεολογίας της: με συνθήματα του ’36 από αλλού, με αναφορές του ’17 από αλλού, με το ιδεολογικό φορτίο του ’68 από αλλού πραγματοποιείται αυτή η σύντηξη χώρου και χρόνου. Το «ταξικό», η «επανάσταση» με τη γνωστή αισθητική των αφισών, το «κράτος» και η μεταφυσική επιβολή του στις μάζες, το ενδιαφέρον για το «ρατσισμό» των ελλήνων, για το «φασισμό» στην Ελλάδα και το ενδιαφέρον για τα ατομικά δικαιώματα που ως αέναο ζητούμενο επενδύει όλο και περισσότερο σε διαρκώς διαχωρισμένα υποκείμενα, ήταν και είναι οι βασικές παρακαταθήκες για να μοιάζει κάθε τέτοια παρουσίαση ύποπτη για εθνικισμό.

Η εργασία αυτή ήταν μια απόπειρα κατανόησης του βαλκανικού ζητήματος με προεξέχοντα τα σημεία των εθνικών τριβών, παράγοντες που είναι κάθε άλλο παρά δημοφιλείς ως προς την προσέγγισή τους, στον αναρχικό και εν γένει ελευθεριακό-αντιεξουσιαστικό χώρο. Επιπρόσθετα, ο μη δημοφιλής προσανατολισμός προς τη Δημοκρατική Αυτονομία-Συνομοσπονδισμό καθιστά ακόμα πιο αμφίβολη αυτή την έκθεση στον εν γένει «χώρο». Όμως, τα προβλήματα προσέγγισης του βαλκανικού ζητήματος συμπίπτουν και με την συντριπτική μας άγνοια για τα Βαλκάνια, από κει και η προσπάθεια για τη μια από τις «3 γέφυρες». Για τις αιτίες αυτής της άγνοιας συντρέχουν λόγοι ιστορικοί. Την εποχή της δεκαετίας του ’90, όταν άρχισαν οι μεγάλες ανακατατάξεις στον πλανήτη μας ανακαλύψαμε τη γεωγραφική θέση της Ελλάδας στη Βαλκανική χερσόνησο η οποία στην ορθώς πολιτική γλώσσα λέγεται «Νοτιοανατολική Ευρώπη». Διότι για μισό αιώνα ως «ανήκοντες εις την Δύσιν» δηλαδή στον πολιτικό πυρήνα της Ευρώπης και στην στρατιωτικοπολιτική εντολή των ΗΠΑ, τα Βαλκάνια ήταν οι «άλλες» χώρες, αυτές που «οικοδομούσαν το σοσιαλισμό» κατά τα λεγόμενα των ηγετών τους. Με εξαίρεση τη Γιουγκοσλαβία, τα λοιπά Βαλκάνια ήταν στη σφαίρα επιρροής της κάποτε Σοβιετικής Ένωσης ή του «παραπετάσματος» για την αντικομμουνιστική-φιλοδυτική πολιτική.

Τα Βαλκάνια για μας τους ελλαδίτες ήταν μια μακρινή περιοχή, άγνωστη, απρόσιτη μέχρι να ξεκινήσουν οι πρώτες εθνικές εντάσεις στη Γιουγκοσλαβία-ήδη μετά το θάνατο του στρατάρχη Τίτο, η κατάρρευση της γειτονικής μας Αλβανίας και της Βουλγαρίας με άμεσο αντίκτυπο στη μαζική μετανάστευση, τα γεγονότα στην Τιμισοάρα της Ρουμανίας και βεβαίως οι τραγικοί πόλεμοι, αργότερα, μέσα στο σώμα της Γιουγκοσλαβίας με την αμφίπλευρη εθνοκάθαρση και τη δυτική στρατιωτική επέμβαση του 1999. Ο διαμελισμός της τελευταίας αποτελεί υποδειγματική απειλή για το σώμα των Βαλκανίων: αν δεν συμβεί με ενεργούμενες διεθνικές συρράξεις ή με τη μέθοδο της εκβιαστικής διπλωματίας τύπου Ραμπουγιέ, θα επιλυθεί με επεμβάσεις. Μέχρι να γίνουν ξανά τα μακρινά Βαλκάνια γνωστά σε μας, ελάχιστα ήταν αυτά που μας ένωναν παρόλο τον αναπροσανατολισμό του Κωνσταντίνου Καραμανλή στη μεταπολιτευτική περίοδο κατά την οποία υπήρξε μια ελαστικότητα από πλευράς δυτικής επιτήρησης: εμπορικές συναλλαγές, επίσημες επισκέψεις και διπλωματικός πυρετός με στόχο την εξομάλυνση των σχέσεων, κάποια σχετική τουριστική δραστηριότητα που αποκάλυπτε γραφικές σκηνές για τη ζήτηση σε δολάρια, διεθνή αθλητικά γεγονότα και μετεγγραφές όπως στο άθλημα του μπάσκετ, επιλογές σπουδών για την απόκτηση διπλωμάτων ευκαιρίας, επισκέψεις σε συγγενείς που «ξέμειναν» ή «ξέφυγαν», κάποιες ιδεολογικές εμμονές για τον «σοσιαλιστικό παράδεισο» ή άλλες για την κοινή θρησκευτική πίστη και τους έλληνες που ζουν «εκεί».

Όλα αυτά επιζούσαν κάτω από ένα πέπλο μυστηρίου, το οποίο διανθιζόταν με γλαφυρές ή μελιστάλακτες αφηγήσεις απ’ τη μια ή την άλλη πλευρά, μέχρι να δούμε τους χιλιάδες μετανάστες που έφταναν από τη Βαλκανική ή μέχρι να ζήσουμε μακρόθεν τα τραγικά αιματηρά γεγονότα που έδωσαν τους τίτλους τέλους της χιλιετηρίδας που μας πέρασε και τους τίτλους έναρξης της νέας που ήρθε με προσδοκίες. Και το πέπλο του μυστηρίου γίνεται ακόμα πιο μακρύ αφού είναι ακόμα «άγνωστος» κι ο ρόλος της Ελλάδας αν και όχι στα σημεία του αλλά στις κεντρικές του ερμηνείες.

Γιώργος Κυριακού, χειμώνας 2017-18

pikosapikos12@yahoo.gr

Το τέλος του κρατικού κομμουνισμού

«…Κείτεται εκεί κάτω το ποτάμι, ένας άδειος συλημένος τάφος ξεραΐλας,                                                                                     σκεπασμένος από παχνισμένη αμμουδιά με αργυρούς αμμόλοφους,                                                                                                                                                                                                                      που γυρολόγοι αρχαιοκάπηλοι λεηλατήσανε, βεβήλωσαν και πήραν τα οστά του.                                                                                                                                                                                                                                Πουθενά δε φωσφορίζουν πέτρες.                                                                                                                                                                        Οι κροκάλες βυθισμένες στα περιπλανώμενα νερά από πυθαγόρεια πειράματα,                                                             στα πλανισμένα Πι των ευθυγραμμισμένων κυρτωμένων γεφυριών,                                                                                       σαν οι αψίδες του θριάμβου, κυρτωμένες πάνω από την άδεια κοίτη…»                                                                                                                             Νίκος Κατσαλίδας, Δαφνοπόταμο

Η εποχή του ’90 ήταν τομή-μεταίχμιο για το σύνολο των κυβερνήσεων, των κομμάτων, των οργανώσεων και των κινημάτων που ακολουθούσαν εκδοχές του μαρξισμού, παγκοσμίως. Εκατομμύρια άνθρωποι της αριστεράς στη Δύση ένιωσαν ένα σοκ μπροστά στην κατάρρευση των καθεστώτων που ρητορικά στήριξαν τις κεντρικές επιλογές τους στο όνομα του πιο σπουδαίου στοχαστή της νεότερης ιστορίας. Η καθήλωση μιας μικρής μερίδας στην υπεράσπιση του παρελθόντος και η μετάλλαξη άλλων προς διάφορες εκδοχές υποστήριξης της αγοραιοποιημένης οικονομίας και της αστικοδημοκρατικής πολιτικής ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά της περιόδου αν προσθέσουμε και τις νέες ροπές προς τον εθνικισμό. Συμπερασματικά η εποχή επιβεβαίωσε, νικηφόρα, αυτές τις δυνάμεις που εργάστηκαν μεταπολεμικά για τη συμφιλίωση του υπάρχοντος αστικοδημοκρατικού καθεστώτος με την αβανταδόρικη διεύρυνση του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία. Όμως οι τάσεις τους που ηγεμόνευσαν ήταν οι δυνάμεις του ακραίου φιλελευθερισμού, αυτές που μετά την πετρελαϊκή κρίση σχεδίαζαν μια μακρόπνοη παγκόσμια ταξική επίθεση και ανασύνταξη των αγορών. Και συμπαρέσυραν τους άλλους, οι οποίοι μετάλλαξαν τις σοσιαλδημοκρατικές τους παρακαταθήκες προς στήριξη της νέας σοσιαλφιλελεύθερης πολιτικής, δηλαδή με τα συνθήματα του παρελθόντος στην προοπτική του φιλελεύθερου μέλλοντος. Ελλείψει αιτίας, ελλείψει αντιπάλου.

Στην αρχή αυτής της συνταρακτικής αλλαγής υπήρξε μια προσπάθεια, αρχικά ασυντόνιστη κι αργότερα συστηματική, από πλευράς φιλελεύθερων και σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων, ηγεμονικών παρατάξεων και διεθνών φορέων για τη διαχείριση των βαλκανικών χωρών υπό την καθοδήγηση του ΝΑΤΟ και της ΕΟΚ-ΕΕ. Οι διεθνείς οργανισμοί στόχευαν στην ένταξη των νέων χωρών στο στρατιωτικό πυρήνα υποστήριξης της αμερικανικής ηγεμονίας και στη δημιουργία νέων αγορών σ’ αυτές με βάση τις φιλελεύθερες οδηγίες του σκληρού ευρωπαϊκού πυρήνα και των νέων οδηγιών του ΔΝΤ. Η ένταξη αυτή ξεκίνησε να γίνεται πράξη με το «καρότο» των χρηματοδοτήσεων και με το «μαστίγιο» των μεταρρυθμίσεων στη βάση της νεοφιλελεύθερης ατζέντας. Μετά την επίσημη αναγνώριση αποσχισθέντων νέων χωρών ενισχύοντας έτσι την έναρξη πολέμων όπως στην περίπτωση της Σλοβενίας, της Κροατίας κι αργότερα της Βοσνίας, αναγνωρίζοντας τα «ανθρώπινα δικαιώματα» όπως των αλβανών του Κοσσυφοπεδίου και τέλος αναλαμβάνοντας στρατιωτική δραστηριότητα κατέστειλαν με στόχο το Βελιγράδι τις όποιες «εμμονές» έθεταν εμπόδια στη διεθνοποιημένη οικονομία και στη διεθνή στρατιωτική συμπαράταξη, κατά το πρότυπο της επέμβασης στον Περσικό Κόλπο. Από τότε οι δυο αυτές παρατάξεις στην Ευρώπη συμπορεύτηκαν -σχεδόν απόλυτα- ως οι εναλλακτικοί διαχειριστές του πολιτικού συστήματος με κοινή επιδίωξη την ένταξη των Βαλκανίων στην κοινή αγορά προωθώντας ιδεολογικά και το δικομματικό πρότυπο. Μάλιστα η σοσιαλδημοκρατική ήταν αυτή η τάση που ανέλαβε χωρίς κινηματικό αντίπαλο όλο αυτό το έργο: από την επιβολή σκληρής φιλελεύθερης πολιτικής στον ίδιο τον πυρήνα της ανεπτυγμένης Ευρώπης μέχρι και τη στρατιωτική επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία. Όμως η κρίση στο χώρο της πολιτικής ενδυνάμωσε και τάσεις ηττημένες ιστορικά, «θαμμένες», οι οποίες λειτουργούσαν στο περιθώριο της πολιτικής, ενός ελευθεριακού και ενός ακραίου δεξιού ή εθνικιστικού χώρου που ξεκίνησε να κάνει την έξοδό του πανηγυρικά από τη «συστημική» πολυκατοικία. Η πρώτη τάση συνδέθηκε με το χώρο των πολλαπλών διεκδικήσεων δικαιωμάτων χάνοντας την ιστορική της ταυτότητα μέσα στο φιλελεύθερο κοινωνικό σύμπαν και η άλλη πραγματοποίησε αρχικά την απόλυτη σύνδεση με το μεταναστευτικό ζήτημα έχοντας ένα ιστορικό εκτόπισμα επεκτατικού και ρατσιστικού μεγαλείου. Στη συνέχεια συνδέθηκε και με την καταπολέμηση του Ισλάμ όταν οι ακραίες εκδοχές του επιδίωξαν μια νέα επιθετική και επεκτατική πολιτική.

Η διάψευση του «τέλους της  ιστορίας», που επιδίωξαν να επιβάλουν ως κεντρικό ιδεολόγημα οι δεξαμενές σκέψης στις ΗΠΑ, ώθησε πολύ τις ελευθεριακές ιδέες να αποκτήσουν ένα σημαντικό προταγματικό βηματισμό ανοίγοντας ρωγμές ή καταλαμβάνοντας σε ένα μικρό βαθμό, ωστόσο με συμβολική σημασία, το κενό της κρατικής αριστεράς. Στην Τσιάπας του Μεξικό αναπτύχθηκε ένας κοινωνικός μετασχηματισμός, τόσο ριζοσπαστικός όσο και παραδοσιακός που διεμβόλισε τη μεταμοντέρνα αντίληψη η οποία επισκίαζε τη μορφή και το περιεχόμενο του διεθνούς οριζόντιου κινήματος. Οι διηπειρωτικές συναντήσεις κατά της παγκόσμιας αγοράς, στο Σιάτλ αργότερα, στις διεθνείς και ευρωπαϊκές διαδηλώσεις κατά της παγκοσμιοποίησης μέχρι και την εκδήλωση της παγκόσμιας κρίσης, απόκτησαν τα χαρακτηριστικά ενός επαναστατικού πόλου στο διεθνές στερέωμα. Τουλάχιστον μέχρι και τη Γένοβα που έδειξε το πρόσωπό της η νέα σοσιαλδημοκρατία μέσω του Παγκόσμιου, Ευρωπαϊκού και των κατά τόπους Φόρουμ, διαψεύδοντας στην δεκαετία μας το «εφικτό» για ένα «άλλο κόσμο», το αναρχικό κίνημα –διεθνώς- πλήθυνε διευρύνοντας τους ορίζοντές του αλλά χάνοντας από την άλλη την επαναστατική του προοπτική είτε στο όνομα της εξέγερσης είτε στο όνομα της διεκδίκησης ξεχωριστών δικαιωμάτων. Από την άλλη, η ανάπτυξη της άκρας δεξιάς η οποία διείδε τις καταστροφικές τάσεις της παγκοσμιοποίησης, βασισμένη ηθικά και ιδεολογικά στο αποικιοκρατικό μεγαλείο των ηγεμονιών επένδυσε: α) στα εθνικά-οικονομικά ζητήματα με επίκεντρο το μεταναστευτικό ζήτημα που ήδη είχε περάσει σε μια άλλη τροχιά μετά την περίοδο μιας σχετικά ήσυχης διαπολιτισμικής δραστηριότητας εκ μέρους των μεταπολεμικών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, β) στον αντι-ισλαμισμό και στην ισλαμοφοβία, ως έναν αντίποδα απέναντι σε εξελίξεις που δεν μπορούσαν να τις φανταστούν ούτε οι κυβερνήσεις ούτε και τα κινήματα. Οι εξελίξεις στη Βαλκανική χερσόνησο και ιδιαίτερα στο γιουγκοσλαβικό μέτωπο έγιναν αναφορά και για τις δυο πλευρές τροφοδοτώντας αυτά τα δυο αντιθετικά ρεύματα ή εξελίσσοντας τις ιδεολογικές τους αφετηρίες.

Οι ηγετικές ομάδες που προέκυψαν από τη διάλυση των κομμουνιστικών κομμάτων στην πρώην ΕΣΣΔ ακολούθησαν το δρόμο της μετάλλαξής τους στην κατεύθυνση της Αγοράς και μιας πλασματικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας συγκρουόμενες με τους πυρήνες στο στρατό. Η Ρωσία –ηγεμόνας παρίας- μέσα από πολέμους αποσχιστικούς και σκληρή διπλωματία μόλις κατάφερνε να συγκρατήσει την υπόστασή της έχοντας να τακτοποιήσει ένα τεράστιο εκτόπισμα στρατού-πυρηνικών υποδομών ή να οργανώσει τη νέα «κοινοπολιτεία» που εν ριπή οφθαλμού διαλυόταν. Η νέα αστική της τάξη, διαιρεμένη ανάμεσα στον ακραίο φιλελευθερισμό και τον εθνοκομουνισμό, τάξη που δημιουργήθηκε από το σώμα της νομενκλατούρας της μέχρι να σταδιοδρομήσει η προσωπικότητα Πούτιν, βρέθηκε σε μειονεκτική θέση απέναντι στη Δύση. Ο Πούτιν ήταν το πρόσωπο το οποίο συνέθετε τις δυο τάσεις διαπραγματευόμενος ζητήματα γεωπολιτικά και οικονομικά, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στη βιομηχανία φυσικού αερίου, στο στρατό και ενσωματώνοντας στοιχεία, ακραία εθνικιστικά, που εμφανίστηκαν μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Από την εποχή της ανάκαμψής της επιδιώκει με διάφορους τρόπους να καταστεί ευρωπαϊκή δύναμη υπονομεύοντας άλλοτε με ήπιο τρόπο τη Δύση κι άλλοτε πιο δυναμικά φτάνοντας στα όρια μιας νέας ψυχροπολεμικής σύγκρουσης. Η τελευταία περίοδος φέρει το ρωσικό παράγοντα ως μια σθεναρή πηγή διασάλευσης της δυτικής ηγεμονίας στη Μέση Ανατολή μετά την τακτική συμμαχία του με την Τουρκία και το Ιράν, συμμαχία που φαίνεται να αποκτά τα χαρακτηριστικά στρατηγικής συμμαχίας μέσα στο ρευστό τοπίο.

Από την άλλη η Τουρκία στη μετακομμουνιστική εποχή επένδυσε στον καθυποταγμένο ισλαμικό παράγοντα των Βαλκανίων ο οποίος σ’ όλη την περίοδο μέχρι το 19909 είχε αναγκαστεί σε κρυπτεία. Ο άμεσος συσχετισμός της με το Κόσοβο, με την Αλβανία, με το μουσουλμανικό τμήμα της Βοσνίας και τους αλβανούς της πΓΔΜ καθώς και με τις μειονότητες στην Ελλάδα και στη Βουλγαρία, η επιμελής δημιουργία θρησκευτικών δομών σε όλη την περιοχή αναθέρμαναν το Οθωμανικό μεγαλείο για την «πίσω αυλή». Η έλλειψη του «κομμουνιστικού κινδύνου» με την παράλληλη ανάδυση του θρησκευτικού προτάγματος έθεσε την Τουρκία ως έναν αυτόνομο στρατηγικό σύμμαχο της Δύσης στη διαίρεση των Βαλκανίων στο βαθμό που δεν επηρέαζε την επέκτασή της. Η ευρωπαϊκή άλλωστε στροφή της Τουρκίας αιτιολογούσε σθεναρά τη συμμετοχή της και στο πλαίσιο υπεράσπισης των μουσουλμάνων στα Βαλκάνια γεγονός που πλησίαζε πολύ κοντά στις στοχεύσεις της Δύσης. Το διαβόητο ισλαμικό τόξο μέσα στις πολύπλοκες αντιφάσεις του πραγματοποιήθηκε ως η εκδοχή ενός βαλκανικού μουσουλμανισμού με ηγέτιδα την Τουρκία γεγονός στο οποίο βασίστηκε και η πολιτική της για τους απανταχού μετανάστες της στην Κεντρική Ευρώπη. Ακόμα και μετά την απόπειρα πραξικοπήματος το 2016, η αντικατάσταση ή όχι της διωγμένης FETO, βασικού πυρήνα όλης αυτής της τουρκικής επέκτασης δεν αποτελεί παρά ένα ζήτημα της ίδιας επεκτατικής εξωτερικής της πολιτικής.

Στα Βαλκάνια, η γρήγορη μετάλλαξη και διάσπαση των κομμουνιστικών κομμάτων υπό το βάρος των προαναφερόμενων επιρροών δημιούργησε ένα ρευστό τοπίο αποσταθεροποίησης, με τις προσωπικές φιλοδοξίες των πρώην στελεχών των κομμουνιστικών κομμάτων να πρωταγωνιστούν σε «μεγάλες Ιδέες», στη συσσώρευση κερδών από τα χρηματοδοτικά πακέτα των διεθνών οργανισμών, σε συμβόλαια-συμφωνίες για τις εκποιήσεις της δημόσιας περιουσίας των χωρών τους και σε συμμετοχή τους στις ξένες επενδύσεις. Σημαντικά διαφυγόντα μεταναστευτικά ρεύματα διέλυσαν το εσωτερικό των κοινωνιών τους, έγιναν μεγάλες καταστροφές στις οικονομικές υποδομές, δημιουργήθηκαν ετοιμοπόλεμοι στρατοί ή ημιστρατιωτικές δομές μέσα σε πολύ μικρά χρονικά διαστήματα για την υπεράσπιση ή προσάρτηση των εθνικών μειονοτήτων ή για την επίθεση σε εθνικές κοινότητες στις χώρες τους. Τεράστια απαξίωση της «νέας» πολιτικής διατυπώθηκε από την πλευρά των υπηκόων τους. Βρέθηκαν ηγετίσκοι να διαχειρίζονται τις μεταπολιτεύσεις, μετατοπιζόμενοι διαρκώς κι αναλόγως με τα χρήματα ή την στρατιωτική εύνοια που παρείχε στο σύνολό της η Δύση. Η διαφθορά και η εγκληματικότητα απέκτησαν δομικά χαρακτηριστικά για τη νέα διαχείριση από πλευράς επίδοξων κυβερνητών κι αντικατέστησαν τις όποιες αναφορές συνοχής του παρελθόντος. Έτσι, στο εσωτερικό του συνόλου των βαλκανικών χωρών διεξήχθη και συνεχίζει να διεξάγεται μια σύγκρουση με δυο αφετηρίες: α)την «εθνική» ή «μετακομουνιστική» ή «εθνοκομουνιστική» ως συνέχεια του παρελθόντος (διαφθορά, αυταρχισμός) που επενδύει πολιτικά σε ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού στον κρατικό τομέα διατηρώντας σχέσεις με το ρωσικό παράγοντα και β)την «φιλοευρωπαϊκή» δηλαδή αυτήν του «πολέμου κατά της διαφθοράς και της εγκληματικότητας» που συνεργεί βασικά με τις επιταγές της ΕΕ, με τις ακραίες συνταγές του νεοφιλελευθερισμού και συμμαχεί με το «νέο» επιχειρηματικό κόσμο. Αυτή η εσωτερική μάχη διεξάγεται έντονα σε χώρες όπως η Ρουμανία, η πΓΔΜ, η Βουλγαρία, η Αλβανία αφού ο «πόλεμος κατά της διαφθοράς, της εγκληματικότητας και της τρομοκρατίας» είναι βασικοί όροι για την χρηματοδότηση και την ταυτόχρονη ένταξη στην διεθνή οικονομία της αγοράς. Σ’ αυτή τη μάχη δύο –συνήθως- πόλων στοιχίζεται και το μεγαλύτερο τμήμα των εργαζομένων, των φτωχών, των συνταξιούχων και των επαγγελματιών, λαμβάνοντας θέση υπέρ του ενός ή του άλλου.

Έτσι, ο δικομματισμός ως δικλείδα ασφαλείας του πολιτικού συστήματος προκύπτει, αν και χωρίς προοπτική, διότι και οι δύο πόλοι αδυνατούν να πείσουν ένα σημαντικό ρεύμα μέσα στις κοινωνίες τους αφού δεν έχουν αποτελεσματικότητα οι υποσχέσεις τους για ευημερία και επίλυση των εθνικών ζητημάτων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το να δημιουργούνται από τη μια, βραχύβια κινήματα αγανακτισμένων, συνήθως οριζόντια, όπως στη Βοσνία, στην Σλοβενία, στην πΓΔΜ, στη Ρουμανία και αλλού, με την ένδειξη ότι κάτι νέο γεννιέται. Σ’ αυτή τη μάχη, δυνάμεις της οριζόντιας πολιτικής δημιουργίας βρίσκονται αδύναμες να δράσουν, με αποτέλεσμα μεταμφιεσμένοι πολιτικοί, νέες μορφές της «κοινωνίας των πολιτών» και των ΜΚΟ, νέοι δημαγωγοί, να καταλαμβάνουν το χώρο γεννώντας νέους σχηματισμούς διαμεσολάβησης. Πρόκειται για τη δημιουργία πεδίων πολιτικής, κατάλληλων για τη διείσδυση των αμερικανικών υπηρεσιών και των χρηματοδοτήσεων με το πρόσχημα των «κοινωνικών» δικαιωμάτων. Από την άλλη ο εθνικισμός, στο βαθμό που δεν απορροφάται από τις δυνάμεις του πολιτικού συστήματος όπως έγινε π.χ. στην Αλβανία, στην Κροατία ή στη Βουλγαρία, αναδύεται δυναμικά ως ξεχωριστός πόλος ευκαιριακά. Στη συνέχεια συνήθως, η αναδιάταξη στο πολιτικό σύστημα είτε απορροφά τα εθνικά ζητήματα είτε τα μπαλώνει δημιουργώντας έναν αλυτρωτικό πόλο από τις στάχτες του παλιού. Ο κανόνας άλλωστε προβλέπει μια διασταλτική σχέση με τα εθνικά ζητήματα στο βαθμό που αποτελούν πρόσφορο έδαφος για την περεταίρω διείσδυση των ηγεμονικών δυνάμεων

Η εποχή λοιπόν, του ’90, σηματοδότησε μια απόλυτη ρευστότητα, όχι πάντα ιδανική αλλά ως «αναγκαίο κακό», για την στρατιωτική, πολιτική, και οικονομική επέκταση των ΗΠΑ, ΕΟΚ-ΕΕ, ΔΝΤ, της συνεργατικής Τουρκίας ή ανταγωνιστικής Ρωσίας. Κι εκεί εντοπίζεται η βαλκανική αντίφαση: η επιδίωξη σταθεροποίησης μέσω της εξάρτησης από τους στρατιωτικούς και οικονομικούς διεθνείς οργανισμούς βασίζεται στην αναθέρμανση του όποιου επιθετικού εθνικισμού ή αμυντικού πατριωτισμού, δηλαδή στην αποσταθεροποίηση. Αποσταθεροποίηση την οποία καλούνται να διευθετήσουν οι ίδιοι οι στρατιωτικοί και οικονομικοί οργανισμοί που την προκάλεσαν. Ο ορισμός του φαύλου κύκλου για τα Βαλκάνια φαίνεται να είναι ως εξής: αναζωπύρωση του εξαρτημένου εθνικισμού > σύγκρουση με τη διπλανή χώρα > συντονισμένες απειλές από την ίδια την ηγεμονία ή τα ενεργούμενά της > βάθεμα της εξάρτησης > προβλήματα που αναφύονται από αυτήν > αναζωπύρωση του εξαρτημένου εθνικισμού ως αντίδοτου …

Τα άγνωστα Βαλκάνια

«Κάποιοι δαγκώνουν κάποιους                                                                                                                                                                    Τους κόβουν χέρι ή πόδι ή οτιδήποτε                                                                                                                                                           Στα δόντια το κρατάνε                                                                                                                                                                                                Τρέχουν έξαλλοι                                                                                                                                                                                                               Αν βρουν οι τυχεροί το χέρι τους                                                                                                                                                                    είναι η σειρά τους δαγκώσουν»                                                                                                                                                                               «Jurke» του Βάσκο Πόπα

Αντιθετικά με την απέλπιδα κίνηση του Ρήγα για την ένωση του ιστορικού χώρου των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής σε μια δημοκρατική, αποκεντρωμένη, πολυεθνική και πολυθρησκευτική πολιτεία, από τις αρχές του 19ου αιώνα, ιδρύθηκαν δυο εθνικές διοικητικές οντότητες: η σερβική αυτονομία και η ελλαδική ανεξαρτησία. Αυτές οι πρώην εδαφικές επικράτειες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ως ακρωτηριασμένες, μετά από σοβαρούς απελευθερωτικούς αγώνες, εξαρτημένες από τις μεγάλες δυνάμεις, πραγματοποίησαν την αρχή της διαίρεσης της Βαλκανικής σε χώρες-χώρους επιρροής των μεγάλων δυνάμεων (Αγγλία-Γαλλία-Ρωσία) και ελεγχόμενης κατάρρευσης ή διατήρησης της αυτοκρατορίας. Η συνέχεια προέβλεπε την επιδίωξη όλων των βαλκανικών εθνών να κερδίσουν εδάφη ή να απελευθερωθούν με την ξεχωριστή παρουσία του αλβανικού έθνους που αιτούνταν την αυτονομία του στο πλαίσιο της Πύλης. Οι πόλεμοι και οι τακτικές συμμαχίες στους Βαλκανικούς πολέμους συνέχισαν αυτήν την χιμαιρική τάση της κρατικής αυτοδιάθεσης με αποτέλεσμα αφενός την απελευθέρωση του βαλκανικού εδάφους από τους Οθωμανούς και την οριστική ίδρυση ανταγωνιστικών κρατών για εδαφικά ζητήματα και αφετέρου την άμεση εξάρτησή τους από τις παλιές (Αγγλία, Γαλλία, Αυστρία, Ρωσία) και νέες μεγάλες δυνάμεις (Ιταλία, Γερμανία).

Από την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι και το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τα Βαλκάνια συνέχισαν ως κατακερματισμένος χώρος ανεξάρτητων κρατών να στέκονται υπέρ της μιας ή της άλλης ηγεμονίας όταν αυτές, σε μια κρίση συσχετισμών για την επέκτασή τους και την αποικιοποίηση του κόσμου, ήρθαν αντιμέτωπες. Έτσι οι όποιες προσπάθειες, θεσμικές και εξωθεσμικές για βαλκανική ομοσπονδία αναπτύσσονταν, προσέκρουαν από τη μια στην καταστολή εκ μέρους των εθνικών παγιώσεων και από την άλλη σε διεκδικήσεις εδαφών από τις επίσημες και ανεπίσημες εθνικές δομές. Οι προθέσεις για συνεργασία ακόμα κι αν ήταν ειλικρινείς αντίφασκαν με το ζήτημα της επέκτασης των ορίων σε αμφισβητούμενες ένθεν κακείθεν, περιοχές. Η στροφή προς τον πανσλαβισμό, προσπάθεια της Ρωσίας να δημιουργήσει ένα νέο φίλιο έδαφος για την έξοδο στο Αιγαίο, οι προσπάθειες κρατών με τη λογική της φιλίας με τον εχθρό του εχθρού, τάσεις αστικές-ομοσπονδιακές κι ακόμα η φαεινή ιδέα της κομμουνιστικής βαλκανικής ομοσπονδίας ήταν δείγματα προσπαθειών που απέτυχαν να δημιουργήσουν κάποια θετική παρακαταθήκη, προσκρούοντας ακριβώς σε αυτήν την αντίφαση. Από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι και την κατάρρευση των σοσιαλιστικών κρατών της Ανατολικής Ευρώπης ο κατακερματισμός τους εμπεδώθηκε μέσω της ακούσιας ένταξής τους σε υπερεθνικούς σχηματισμούς. Τα Βαλκάνια ήταν παρίες στα δυο στρατόπεδα του ψυχρού πολέμου εκτός της περίπτωσης της Γιουγκοσλαβίας. Κάθε άλλη διεθνής κίνηση συνεργασίας κρατών όπως η Κίνηση των Αδεσμεύτων κατέληξε στο πλήρες αδιέξοδο της ίσης συνεργασίας και με τις δυο ψυχροπολεμικές ηγεμονίες, της ΕΣΣΔ και των ΗΠΑ. Τα μέλη της, οι νέες ανεξάρτητες χώρες εκτός Ευρώπης δημιουργούσαν κατά το δυτικό πρότυπο κρατικές γραφειοκρατίες προς εξυπηρέτηση των νέων αρχουσών τάξεων με το δανεισμό και τη χρέωση ως ακόλουθο των βημάτων εξυγίανσης των οικονομικών τους. Αργότερα, η εξύψωση της Κίνας σε μια νέα ηγεμονία περιέπλεξε ακόμα περισσότερο τις διχοτομήσεις και τις διακρατικές εντάσεις μέσα στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο καθώς και στη διεθνή αριστερά που ακολουθούσε τις νέες διαμορφώσεις σοσιαλιστικών προτύπων όπως της Κούβας ή νέων θεωρήσεων όπως του γκεβαρισμού, της λατινικής Αμερικής ή της επαναστατημένης Ασίας.

Στον αντίποδα αυτής της πολιτικής ήταν η Ελλάδα και η Τουρκία συνεργαζόμενες στο στενό πυρήνα της αντικομμουνιστικής φιλίας. Η μεν πρώτη αποκολλήθηκε από το βαλκανικό της παρελθόν, η δε Τουρκία αποδόμησε αργά την κεμαλική αφετηρία έχοντας το κουρδικό ζήτημα καθώς και έναν πρώιμο ιδεολογικό διχασμό στο εσωτερικό της κοινωνίας της. Η διαμάχη μεταξύ των δυο χωρών στο φόντο ενός επεκτατισμού από τη μια και μιας κατευναστικής πολιτικής από την άλλη, δεν αφαίρεσε τίποτα από τον κοινό ρόλο της διαθήκης Τρούμαν-Μάρσαλ. Η Ελλάδα τέθηκε στον στενό πυρήνα των ΗΠΑ όχι μόνο λόγω της νίκης των ιδεολόγων του αντικομμουνισμού αλλά και της απώθησης της τουρκικής απειλής που από το 1956 διατυπώθηκε από το Νιχάτ Ερίμ με όχημα το κυπριακό ζήτημα. Η Τουρκία στο πλαίσιο του ίδιου ρόλου ενισχύθηκε οικονομικά και αναδιοργάνωσε τη στρατιωτική της δύναμη σε μια αναμονή παρεμβάσεων και επεμβάσεων. Από εκεί και το σύμφωνο του Βελιγραδίου για τα Βαλκάνια ανάλογου με το σύμφωνο ΣΕΝΤΟ της Βαγδάτης για την Κεντρική Ανατολή. Έτσι, όπως ξύπνησε ο οθωμανικός γίγαντας μετά από τις αγγλικές παραινέσεις για την Κύπρο έτσι ξύπνησε μετά το ’90 με τη στρατηγική συμμαχία για την ένταξη των νέων χωρών στην αγορά και στη στρατιωτικοπολιτική συμμαχία. Ο κατακερματισμός, από τον έναν ή τον άλλο παράγοντα αυτής της παλιάς φιλίας, από την περίοδο Βενιζέλου που βάφτιζε τον Κεμάλ «οραματιστή των Βαλκανίων», προωθήθηκε για κοινούς αλλά και ξεχωριστούς λόγους. Κοινούς στο όνομα της κοινής συμμαχίας και ξεχωριστούς για την ανισοβαρή παρουσία τους και προοπτική. Από τότε ο αλβανικός παράγοντας ως εθνικός, ο ισλαμικός παράγοντας ως επάλληλος του προηγούμενου, διαμορφώνουν ένα τοπίο εκρηκτικό. Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας δηλώνει του λόγου το αληθές.

Από την περίοδο εκείνη, ο αλβανικός παράγοντας καθίσταται ως ο πυλώνας για την περεταίρω αποσταθεροποίηση του χώρου. Η εξ ανατολών Τουρκία η οποία την περίοδο εκείνη έχασε και το έρεισμα, της από κοινού με την Ελλάδα, άμυνας κατά της ΕΣΣΔ, στρέφεται στην «πίσω» βαλκανική «αυλή» αξιοποιώντας το ιστορικό οθωμανικό-ισλαμικό της εκτόπισμα, σε μια νέα «στρατηγική βάθους» διεκδικήσεων και αναθεωρήσεων της συνθήκης Λωζάνης. Τέλος, ο διαμεσολαβητικός ρόλος της Ελλάδας ως βοηθητικής δύναμης των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ για την ένταξη των νέων βαλκανικών χωρών στην οικονομία της αγοράς και στη δυτική στρατιωτική συμμαχία ικανοποίησε την πολιτική σταθερότητας των συνόρων της που παγιοποιήθηκε μετά το 1922, υποβοηθώντας όμως την αποσταθεροποίηση στην Μέση-Κεντρική Ανατολή μέσω της συμμετοχής της στις διεθνείς επεμβάσεις καθώς και στα Βαλκάνια συναινώντας στην αναγνώριση της ανεξαρτησίας των πρώτων νέων χωρών, Σλοβενίας και Κροατίας.

Ζούμε κάτι παραπάνω από 20 χρόνια μετά το 1995. Τα πιο σημαντικά γεγονότα της εποχής που είχαν κι ένα συμβολικό χαρακτήρα δίπλα στο πρακτικό νόημα της διάλυσης εκ των έσω, ήταν οι επιχειρήσεις-εθνοκάθαρση εναντίον των μουσουλμάνων στη Σρεμπρένιτσα και εναντίον των σέρβων στην Κράινα, εθνοκάθαρση που προκάλεσε το μεγαλύτερο μεταπολεμικό κύμα προσφυγιάς μετά τον Β΄ΠΠ. Οι σημερινές εξελίξεις στα Βαλκάνια, μετά την επιστροφή της Αμερικής στον ενεργό ρόλο της αποσταθεροποίησης και με την εμβάθυνση των φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων βασισμένων στα σχέδια ΔΝΤ-ΕΕ, αντιστοιχούν στις βλέψεις του κοινού υπερατλαντικού παρανομαστή για τη Μέση Ανατολή. Κι αν τα μάτια μας δικαιολογημένα είναι εκεί και μάλιστα μετά την απίστευτη εμπλοκή πολλών πόλων που προετοιμάζουν το έδαφος για ένα απίστευτο πόλεμο, οφείλουν να στραφούν και προς τα Βαλκάνια.

Κι εδώ, στα «δεν είναι παίξε-γέλασε» Βαλκάνια, ο κανόνας είναι:

α)η στρατιωτική επέκταση της Δύσης εκ μέρους των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ με πρόσχημα και την «τρομοκρατία»                                                                                                                                                                                                                 β)οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που προωθούν έστω και ανταγωνιστικά στα σημεία τους η ΕΕ, το ΔΝΤ-ΠΤ με ιδεολογικό όχημα την «καταπολέμηση της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος».                                                                                                                                                                                                                     γ)οι εθνικοί ανταγωνισμοί-αλυτρωτισμοί εκ μέρους των ηγετικών ομάδων.

Πάνω σε αυτό το τρίπτυχο βασίζεται η σημερινή αφήγηση για αυτό το χώρο που, δικαίως ονομάστηκε «πυριτιδαποθήκη».

Κι αυτά, πιο συγκεκριμένα, σημαίνουν:

α)τον ακήρυχτο πόλεμο μεταξύ Γερμανικής ΕΕ-ΗΠΑ για την βαλκανόπιτα,                                                                                                                                                                                                                                                                                                 β)την κινητικότητα των τζιχαντιστών κυρίως στις μουσουλμανικές κοινότητες στα Βαλκάνια που αλλοιώνουν τον κοσμικό χαρακτήρα του Ισλάμ και υπονομεύουν τη συμβίωση διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων,                                                                                                                                                                                                                      γ)την απίστευτη εισροή μεταναστευτικών και προσφυγικών πληθυσμών στα Βαλκάνια με προορισμό την προηγμένη Ευρώπη,                                                                                                                                                                                        δ)την άνοδο εθνικιστικών-φασιστικών κινημάτων,                                                                                                                                  ε)την, εν αναμονή στάση, της Ρωσίας απέναντι στις κόκκινες γραμμές της στοχεύοντας τη βαλκανική σταθερότητα για την πρόσβαση στη Μεσόγειο Θάλασσα,                                                                                                                                                                                                                                                                                                     στ)το ρόλο της Τουρκίας και ιδιαίτερα στις χώρες που υπάρχει διακριτό το μουσουλμανικό στοιχείο (Κόσοβο, Αλβανία, πΓΔΜ, Βοσνία) ή μειονότητες (μουσουλμανική μειονότητα στην Ελλάδα, στη Βουλγαρία και στην πΓΔΜ).                                                                                                                                                                                                                             ζ)τη διαίρεση των αρχουσών τάξεων στη χερσόνησο,                                                                                                                              η)τη διακριτή ανάπτυξη οριζόντιων εξωσυστημικών κινημάτων.

Σήμερα η σκοπιμότητα της χρήσης του αλβανικού μεγαλοϊδεατισμού δεν είναι άλλη από την επιδίωξη της δυτικής επικυριαρχίας για την περεταίρω διαίρεση των Βαλκανίων σε μικρά προτεκτοράτα, χρήσιμα για την στρατιωτική, οικονομική διείσδυση σύμφωνα με τα δόγματα που έχουν εκπονηθεί. Αντίθετα με τους αλβανούς προαγωγούς της, η αλβανική ιδέα δεν έχει, παρά τη χρήση ανακίνησης του ζητήματος από πλευράς ΗΠΑ-ΕΕ κυρίως στο Κόσοβο, στη δυτική πΓΔΜ και στο Πρέζεβο της Σερβίας με στόχο τη δημιουργία προϋποθέσεων για την ξεχωριστή τους κρατική λειτουργία ή την προώθηση μιας χρήσιμης αυτονόμησης στα πλαίσια χρήσιμων ομοσπονδιών. Έτσι σε μια ρευστή κατάσταση όπου ο εθνικισμός ως ιδέα κατά της παγκοσμιοποίησης κερδίζει έδαφος, ο αλβανικός παράγοντας από τη δεκαετία του ‘90 συνεχίζει να χρησιμοποιείται για τον κατακερματισμό του βαλκανικού χώρου τηρουμένων των αναλογιών με τον «μακεδονικό» παράγοντα στο παρελθόν. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι παρά την ώθηση του μεγαλοϊδεατισμού από τη Δύση, η ίδια, δια στομάτων πρεσβευτών (ΗΠΑ, ΕΕ) στα Τίρανα δεν επιτρέπουν τη δημιουργία μιας Μεγάλης και ανεξέλεγκτης Αλβανίας. Αυτή είναι οιονεί η αντίφαση κάθε ενεργούμενης εθνικιστικής έξαρσης στο βαλκανικό χώρο. Στο πλαίσιο αυτής της επιβαλλόμενης συνθήκης, το Κόσοβο και το ομόσπονδο κρατίδιο της χωρισμένης σχεδόν πΓΔΜ είναι οι νέοι χώροι πειραμάτων εκ μέρους της δυτικής ηγεμονίας για το βαλκανικό κατακερματισμό. Από την άλλη όψη, οι διακηρύξεις περί σταθερότητας και η δημιουργία αξόνων συνεννόησης, συνεργασίας κλπ. είναι επίπλαστες καθώς αυτές βασίζονται στη δημαγωγία για τις νέες αγορές και τη στρατιωτική ασφάλεια υπό την κηδεμονία των ΗΠΑ/ΝΑΤΟ-ΕΕ-ΔΝΤ. Οι δυνάμεις όμως αυτές που ελέγχουν το χρήμα και τα όπλα είναι διαιρετικές και διχοτομικές δίνοντας ξεχωριστές υποσχέσεις στις άρχουσες τάξεις των χωρών για την ασφάλεια των επικρατειών τους. Ασφάλεια που όμως παρέχεται βαθαίνοντας περεταίρω την οικονομική και στρατιωτική εξάρτηση με σοβαρές συνέπειες στην καθημερινότητα αλλά και στην ασφάλεια προκαλώντας κρίσεις απανωτές και αναγεννώντας στον αντίποδά τους τον εθνικισμό. Εθνικισμό στον οποίο βρίσκει το κατάλληλο έδαφος ο διεθνής παράγοντας για να παρέμβει προκειμένου ως διαμεσολαβητικός να επιβάλει διαιτησία και στη συνέχεια να υποσχεθεί την πολυπόθητη ασφάλεια και οικονομική ανάκαμψη. Αυτός όμως δεν είναι ο φαύλος κύκλος στα Βαλκάνια;

Κράτος και Κοινωνία στα Βαλκάνια

«Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν» Μ. Κατσαρός

Το εθνικό κράτος ήταν μια αναπόδραστη πραγματικότητα διότι ήταν το πρότυπο-σύμβολο και η μοναδική εφαρμογή προόδου, τακτοποίησης, δικαιοσύνης και ελευθερίας. Είχε ήδη δοκιμαστεί, είχε επιβιώσει παρ’ όλες τις μεταλλάξεις του μετά τη Γαλλική Επανάσταση, είχε ισοπεδώσει κάθε άλλη αντίσταση που αφορούσε τη συνέχεια της επανάστασης και των συνθέσεών της μέχρι και την Παρισινή Κομούνα, είχε φέρει κοινωνικές και ταξικές ανακατατάξεις που εν μέρει βασίζονταν στις επαναστατικές αρχές κι επιπλέον ήταν το εξαγώγιμο ιδεολογικό φρούτο που συνδύαζε τη νεωτερικότητα και την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού. Αν συμπεριλάβουμε τη βοήθεια που δόθηκε σε όπλα και χρήματα, την τεχνογνωσία που δόθηκε, την ρητή θέση για την διάδοση του πολιτισμού, τότε μπορούμε να αντιληφθούμε τόσο τις δυνατότητες μιας νέας πολιτικής τάξης πραγμάτων και τις αδυναμίες που φανερώθηκαν στην πορεία μετά τη στυγνή δολοφονία του του Βελεστινλή. Η ίδια η διασπορά των καταπιεσμένων εθνών από τα Βαλκάνια, η οποία συμμετείχε με τον Α ή Β τρόπο στην οικονομία, σε στρατούς και στην πνευματική κίνηση της Ευρώπης ήταν αυτή που μετέφερε τα ιδεολογικά και οικονομικά εφόδια για τη δημιουργία ενός ενιαίου σχεδόν προτύπου θεμελίωσης του εθνικού κράτους. Οι εσωτερικές πολυπλοκότητες στις νέες χώρες, η ποικιλία ηθών, οικονομικών προτύπων, ιδεολογιών, δεν θα έβρισκαν άλλο πρότυπο συνοχής παρά ένα συγκεντρωτικό κράτος που θα μπορούσε να επιβάλει μια ενιαία τάξη από την οποία θα μπορούσαν οι άνθρωποι να αντλήσουν για την ελευθερία τους, για την παραγωγή αγαθών και για την ανάπτυξη του πολιτισμού. Κάθε άλλη εκδοχή δεν ήταν παρά το τραγικό παρελθόν της δουλείας, της κεφαλικής φορολόγησης, της τρομοκρατίας της οθωμανικής διοίκησης, της διαρκούς ανασφάλειας. Για αυτό ακόμα και οι εσωτερικοί διχασμοί μπροστά στη δημιουργία των  νέων κρατών δεν είναι τυχαία περιστατικά. Δεν είναι τυχαίοι οι εσωτερικοί πόλεμοι και οι εμφύλιοι όπως π.χ. μεταξύ Καραγεώργιεβιτς και Ομπρένοβιτς κατά τη διάρκεια της σερβικής αναγέννησης για το πρότυπο το οποίο έπρεπε να ακολουθηθεί ακόμα και κατά τη διάρκεια της εθνικής τους αναγέννησης, παράλληλα με έναν πόλεμο που φαίνεται απλά ως πόλεμος ιδιοτελών συμφερόντων.

Η ίδρυση των κρατών και η οργάνωση συγκεντρωτικής διοίκησης ενταφίασε το βαλκανικό κοινοτισμό στο χρονοντούλαπο αποδίδοντάς του εθνικές τιμές. Όμως ο βαλκανικός κοινοτισμός ήταν αυτός που ανέπτυξε δεσμούς αλληλεγγύης σε συνθήκες καταπίεσης ήταν αυτός που ήταν προσανατολισμένος στην παραγωγική διαδικασία. Η κοινοτική οικονομία ήταν ένα εργαλείο ικανοποίησης των αναγκών της κοινωνίας κι όχι για την απόκτηση του κέρδους. Ο κοινοτισμός επέζησε σε δύσκολες συνθήκες κρατώντας κι ανανεώνοντας τον λαϊκό πολιτισμό μακριά από τις πόλεις που ήταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της Οθωμανικής γραφειοκρατίας, των εμπόρων, του στρατού, του παρασιτικού κόσμου και μακριά από τους κάμπους των ραγιάδων υποταγμένων. Ο κοινοτισμός ήταν αυτός που βοήθησε την ανάπτυξη των τεχνών και των γραμμάτων, που στήριξε την πρώτη διανόηση, που αποτέλεσε το υλικό και τη μαγιά για τις εθνικές εξεγέρσεις, για κάθε αποφασιστική δραστηριότητα που περιόριζε την οθωμανική διοίκηση σε ένα ρόλο δευτερεύοντα. Ο κοινοτισμός ήταν αυτός που προσάρμοσε τη θρησκεία στις ανθρώπινες δυνάμεις της επιβίωσης και της συνεργασίας. Μέσα σε αυτό το πεδίο η ανταλλαγή ιδεών, στάσεων ζωής μπορούσε να έχει μια σημασία παρά τις διακριτές γραμμές. Από κει άλλωστε και η σύμφυση του ισλάμ με την ορθοδοξία ως κρυπτοχριστιανισμός απέναντι στον εξισλαμισμό, από κει και η υποδοχή του μπεκτασισμού ως συγκριτική θεολογική ανθρωποσοφία. Ενάντια σε αυτά ήταν, την περίοδο των εθνικών αναγεννήσεων ήταν η ελληνική πρωτοκαθεδρία στο Πατριαρχείο (παρ’ όλη την προσπάθεια ανάδειξης και διάσωσης της σλαβικής γλώσσας), πρωτογενής αιτία διάσπασης και εθνικής σύγκρουσης μεταξύ βουλγαρικής Εξαρχίας και ελληνικού Πατριαρχείου και το Ισλάμ ως το προνομιακό στοιχείο του νέου τουρκικού κράτους.

Ο κοινοτισμός όμως χωρίς πολιτικό σχέδιο ανάπτυξης εντάχθηκε κακήν κακώς στους πρώτους σχεδιασμούς για τα εθνικά κράτη. Εξοντώθηκε από τις ανταλλαγές πληθυσμών, εξοντώθηκε εκεί που μπήκαν τα σύνορα και χώρισαν τις διαφιλονικούμενες περιοχές σε εθνικά κράτη, όταν έδωσαν ένα νέο υπήκοο της νέας εθνικής ιδέας, αυστηρά ταξινομημένο, προορισμένο να υπακούει μια νέα γραφειοκρατία στο όνομα της ελευθερίας της εθνικής του κοινότητας. Επίσης παρέδωσαν κι έναν υπήκοο μειονοτικό που θα ήταν πάντα υποδεέστερος από την πλειοψηφική εθνική κοινότητα. Ο βαλκάνιος «μπήκε σε τάξη», έγινε «ευρωπαίος», γνώρισε ένα «ανώτερο πολιτισμό» σύμφωνα με αυτά που του μάθαινε η εκπαίδευσή του, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα των πρώτων εφημερίδων. Έτσι, οι εθνικές κοινότητες, ξεχωριστά κι όχι μαζί κατάφεραν να κερδίσουν ανάπηρες ελευθερίες κι ενώ ανιδιοτελείς εθνικοί αγώνες αποτελούν τις ξεχωριστές παρακαταθήκες, εν τούτοις αυτές τέθηκαν σε χρήση μιας διφορούμενης ανάγνωσης: από τη μια ως επίφαση ελευθερίας κι από την άλλη ως πλήρης υποταγή στους αντιπροσώπους της κυβερνητικής εξουσίας, εμπλέκοντας ακόμα περισσότερο τον ψυχισμό του νέου υπηκόου. Έτσι ο τύπος του βαλκάνιου προσαρμόστηκε στις ανάγκες της κρατικής τάξης, η επαναστατικότητά του και η ορμή του διοχετεύτηκε στη μεγάλη ιδέα για τη λύτρωση της πατρίδας υπό την αιγίδα μιας διχοτομημένης τάξης βγαλμένης από την εθνική του κοινότητα και εξαρτημένης από ξένες ηγεμονίες που στο εξής θα διαφέντευε τον εθνικό του τόπο και θα έθετε όρια για τη λύτρωση εδαφών με βάση τις έξωθεν οδηγίες. Η νέα εξουσία σε κάθε της στιγμή τον πότιζε με την ιδεολογία της υποταγής στην νέα ευρωπαϊκή κουλτούρα της μεγάλης δύναμης που θα βοηθούσε στην εθνική ιδέα. Ένας συμπλεγματικός βαλκάνιος υπήκοος πήρε τη θέση του φορολογούμενου της αυτοκρατορίας.

Τα ξεχωριστά συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων είχαν εφαρμογή στη δημιουργία των πρώτων κομμάτων στην Ελλάδα: το αγγλικό, το γαλλικό και το ρωσικό. Αντίστοιχα, επιρροές των ίδιων δυνάμεων αλλά και άλλων όπως της Αυστρίας ή της Ιταλίας ή και της Γερμανίας κυριάρχησαν στα Βαλκάνια σε επίπεδο τακτικής ή στρατηγικής. Ο ανταγωνισμός των επιρροών έφερνε, το ίδιο το απελευθερωμένο εθνικά κοινό σε μια εγχώρια σύγκρουση συμφερόντων που εντεινόταν από τον παρασιτισμό και τη ρεμούλα που χαρακτήριζε τις εγχώριες άρχουσες τάξεις-η περίπτωση δανεισμού του ελλαδικού κράτους και η νόμιμη καταλήστευση των χρημάτων που το συνόδευαν είναι χαρακτηριστικό πράδειγμα. Αυτές ήταν οι βασικοί μοχλοί για την περεταίρω διείσδυση των οικονομικών, πολιτικών και στρατιωτικών μέτρων των μεγάλων δυνάμεων στις χώρες τους. Από την άλλη αυτή η αστάθεια και η έλλειψη συνεκτικού δημοκρατικού πολιτικού κλίματος δημιουργούσε την αίσθηση του προσωρινού και η προσαρμογή σε αυτό ήταν και η ευκαιριακή υποστήριξη του ενός ή του άλλου πολιτικάντη, τσιφλικά που βρισκόταν στην επιρροή μιας ξένης δύναμης ή απλά ήταν κομματάρχης της περιοχής. Ο αγρότης, ο καθημερινός άνθρωπος έμαθε να υποκλίνεται στον άνθρωπο της εξουσίας που ως μορφωμένος και σπουδαγμένος θα τον βοηθούσε αυτόν και την οικογένεια του ή το χωριό του να γλιτώσει από τη μιζέρια. Το κρατικό μοντέλο στα χέρια κυρίως διεφθαρμένων, αυταρχικών τυχοδιωκτών που ενάλλασσαν δημοκρατία με μοναρχίες, που από την πρώτη στιγμή εκμεταλλεύτηκαν τη θέση τους για να αναπαράγουν την εξουσία τους και τον πλούτο, που ήταν σκύβαλα της μιας ή της άλλης ηγεμονίας δημιούργησε μια απαξία για την πολιτική. Πλέον, οι μάζες διχάζονταν απέναντι σε δυο ή τριών λογιών υποσχέσεις. Από την πλήρη οθωμανική κατοχή, όπου ο τοπικός ορίζοντας ήταν ο βασικός, η επίφαση ελευθερίας σε μια εθνική επικράτεια και μάλιστα σε συνθήκες όπου οι μεγάλες φίλιες δυνάμεις μπορούν να επεμβαίνουν όταν το επιθυμούν ήταν ένα σημαντικό βήμα για την έλλειψη αυτογνωσίας του βαλκάνιου και της σύγχυσής του. Έμαθε να περιμένει και να μην αντιστέκεται παρά μόνο σε μεγάλες στιγμές τις οποίες του τις ετοίμαζαν είτε για τη λύτρωση της πατρίδας του είτε για την απελευθέρωση άλλων εδαφών της αποκλειστικά των εγκεκριμένων από αυτές. Έμαθε να τιμωρείται όταν πραγματοποιούσε εθνικές εκστρατείες χωρίς την έγκριση των μεγάλων δυνάμεων. Έμαθε να προσαρμόζεται ή με τις πρώτες υποσχέσεις να ετοιμάζεται για πόλεμο. Έμαθε να διχάζεται ανάμεσα στην Ελλάδα της Μελούνας και στη Μεγάλη Ιδέα, ανάμεσα στο μακεδονισμό και στο βουλγαρισμό, ανάμεσα στο «περίμενε» και στο «εδώ και τώρα». Το εθνικό ζήτημα έγινε η καρδιά των ζητημάτων, ως ζήτημα που διαπερνά όλα τα υπόλοιπα: της οικονομίας, της πολιτικής και της κοινωνίας. Ποιο εθνικό ζήτημα όμως πέρα από αυτό που επέβαλλαν ως νόμιμο δικαίωμα οι μεγάλες δυνάμεις; Εκεί βρίσκεται και η μεγαλειώδης αντίφαση των χωρών της περιφέρειας και μάλιστα των Βαλκανίων: ότι η προϋπόθεση της προώθησης του εθνικού ζητήματος είναι η διεύρυνση της εξάρτησης από τις μεγάλες δυνάμεις.

Απέναντι σε αυτήν την αλλαγή της ζωής και επιβιώνοντας σε καρικατούρες αστικών κρατών ο βαλκάνιος βρέθηκε στη δίνη των νέων επαναστατικών ιδεών. Η επανάσταση στη Ρωσία και η δημιουργία της Σοβιετικής Ένωσης έδωσε τη δυνατότητα στο βαλκάνιο να σκεφτεί διαφορετικά για τη ζωή την ίδια, για τους αγώνες του προλεταριάτου ενάντια στην άρχουσα τάξη, για μια συνεργασία των λαών, για τη Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία με επίκεντρο τη Μακεδονία. Όμως ήταν αδύνατον να έχει πολύ σοβαρή διάδοση αυτή η ιδέα αφού το συντριπτικό τμήμα της βαλκανικής κοινωνίας ήταν αγρότες-κτηνοτρόφοι και τεχνίτες ενώ από την άλλη πλευρά του εθνικού ζητήματος οι αλλαγές που προέκυψαν με τις μετεγκαταστάσεις πληθυσμών τα κράτη ομογενοποιήθηκαν άρδην. Εξ’ άλλου το σύνθημα για την αυτοδιάθεση των εθνών του Λένιν (με μπροστάρη την εργατική-αγροτική τάξη) αντίστοιχο του Γουίλσον (με μπροστάρη την αστική τάξη) εμπεριείχε αυτή θεμελιώδη αντίφαση: δηλαδή της συνεργασίας και ταυτόχρονα της διεκδίκησης διαφιλονικούμενων εθνικών εδαφικών δικαίων για τις κρατικές επικράτειες κι αυτό φάνηκε έντονα στο μακεδονικό ζήτημα, το απόλυτο δείγμα των βαλκανικών αντιφάσεων.

Έτσι η σύνδεση αυτών ανατρεπτικών ιδεών με την εθνική ιδέα ήταν αναπότρεπτη. Η μοναδική αυτή αντίσταση στους στρατούς κατοχής του άξονα, στους συνεργάτες τους και στους συνεργάτες των μοναρχιών με εξέχοντα τα κινήματα στην Ελλάδα και στη Σερβία ανέπτυξε έναν άλλο πολιτισμό. Ήταν η τελευταία φορά που ο αγώνας της αντίστασης όχι μόνο έβαλε φραγμό στο φασισμό αλλά αναδιοργάνωσε την ίδια τη ζωή και την καθημερινότητα σε κατευθύνσεις δικαιοσύνης, δημοκρατίας και ισότητας. Παρ’ όλο που έδωσε την υπόσχεση μιας άλλης ειρηνικής ζωής, η προσήλωση στο εθνικό κράτος και μάλιστα η υπαγωγή του στην σοσιαλιστική πατρίδα δημιούργησαν τις αντίστοιχες εθνικές αναφορές. Εξ’ άλλου οι αναρχικές ιδέες είχαν ήδη περάσει ξώφαλτσα για μια μικρή περίοδο στην Ελλάδα και στη Βουλγαρία χωρίς να ριζώσουν, στην Ευρώπη μετά τον 1ο ΠΠ δέχτηκαν τεράστια κρίση και υποχώρησαν μπροστά στην δημιουργία της σοσιαλιστικής πατρίδας που έδινε κουράγιο στους αγωνιστές-η δε σφαγή της ισπανικής αναρχίας έδρασε καταλυτικά για την περιθωριοποίηση τους. Από την άλλη, όμως, η νέα κομμουνιστική ιδέα δημιούργησε τον τύπο του επαναστάτη που υπόκειται σε μια άλλη ιεραρχία, αυτήν που θα απελευθερώσει την ανθρωπότητα ακούοντας πιστά την ηγεσία του κόμματος και θέτοντας εαυτόν υπερασπιστή της γραμμής απέναντι στον έτερο κομουνιστή εχθρό οπαδό της άλλης τάσης. Αυτό το φαινόμενο την μεταπολεμική περίοδο όταν οι ιδέες έγιναν η επίσημη ιδεολογία κρατών υποκείμενων στην ΕΣΣΔ, η πίστη απέκτησε τα χαρακτηριστικά μιας παραληρηματικής ενίσχυσής της αφού υπήρχε και ο φόβος της κατηγορίας για προδοσία των σοσιαλιστικών αρχών που είχε σοβαρότατες συνέπειες. Η αδυναμία των καθεστώτων αυτών να δώσουν συνολική λύση στο κοινωνικό ζήτημα, καθεστώτα τα οποία συντηρούσαν τη διαφθορά στο εσωτερικό των διευθυνουσών τους τάξεων -μοντέλο στο οποίο προσαρμόστηκε και ο κόσμος- και η επιδίωξη των κρατούντων σε αυτές τις χώρες να δημιουργούν εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς προκειμένου να συσπειρώνουν το σύνολο των υπηκόων τους δημιούργησαν ένα υποκείμενο φοβισμένο, υποτακτικό και συνεργατικό προς αυτήν την ολοκληρωτική δομή. Σε μάλιστα καίριες στιγμές κάνοντας χρήση του εθνικού ζητήματος στο όνομα του προλεταριακού διεθνισμού κατοχύρωσαν έναν νέο τύπο εθνικισμού με σοσιαλιστικό επικάλυμμα. Σκεπάζοντας τις εθνικές και θρησκευτικές διαφορές συσπείρωναν γύρω από τις εθνικές ιδέες είτε απροκάλυπτα είτε μυστικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της «Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας που διατήρησε στο ακέραιο κατά τη διάρκεια ζωής της όλη τη φαρέτρα του «μακεδονικού» αλυτρωτισμού υπό το ιδεολογικό κάλυμμα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Στο εσωτερικό των σοσιαλιστικών δημοκρατιών της Ομοσπονδίας, ο προλεταριακός διεθνισμός ως επίσημη και υποχρεωτική ιδεολογία δημιουργούσε μια επίφαση που βεβαίως εξανεμίστηκε στις αρχές του ‘90. Αντίστοιχα και στις υπόλοιπες σοσιαλιστικές χώρες των Βαλκανίων όπως π.χ στην Αλβανία, η ιδεολογική καταπίεση είχε ως στοιχείο συνοχής τον εθνικό παράγοντα με το περιτύλιγμα της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Από στην άλλη στην Ελλάδα, η οποία ήταν πιστή στη Δύση σύμφωνα με τα κυρίαρχα δυτικά δόγματα και εναντίον των υπολοίπων βαλκανικών κρατών, δημιουργήθηκε ένα υποκείμενο αποσυνδεδεμένο από τα Βαλκάνια με προσανατολισμό προς την Ευρώπη. Αυτό ήρθε κι έδεσε με την υπόθεση του κυπριακού όπου η Δύση οριστικοποιούνταν ως ο ηγεμονικός παράγοντας που θα μπορούσε να δημιουργήσει μια ασφάλεια στα σύνορα που ήδη απειλούνταν από την Τουρκία. Η αριστερά βεβαίως ήταν αντίθετη σε όλα αυτά αλλά όχι τόσο δυνατή ώστε να πείσει και σχετικά προσανατολισμένη σε δυνάμεις είτε της ΕΣΣΔ, της Κίνας ή σε διάφορες άλλες «σχολές».

Τότε που διαφάνηκε ότι θα μπορούσε αυτός ο χώρος να αποκτήσει μια νέα προοπτική, δεν ήταν άλλη περίοδος από αυτήν της μεταπολίτευσης στον κύριο κορμό των Βαλκανίων που ξεκίνησε ραγδαία και δραματικά στις αρχές της δεκαετίας του ‘90. Με όχημα τη Γιουγκοσλαβία ξεκίνησε ο πυρετός των αποσχίσεων κατά το σοβιετικό πρότυπο με την ενίσχυση της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ. Έτσι, με όχημα την Ελλάδα ξεκίνησε η προσπάθεια της ΕΕ για την ενσωμάτωση των αναθεωρημένων χωρών στην οικονομία της αγοράς σε μια μακράς διαρκείας μεταπολίτευση που φτάνει μέχρι και σήμερα. Οι πόλεμοι, οι μεταναστεύσεις και οι εθνοκαθάρσεις ανέδειξαν ένα νέο εθνικισμό που κρατούσε στη μνήμη του ό,τι επιδίωξαν τα καθεστώτα να του αποβάλουν χρησιμοποιώντας μέρος της μνήμης χρηστικά. Το βαλκανικό κράτος σε γενικές γραμμές δημιούργησε ένα κοινωνικό υποκείμενο ευάλωτο στη διαφθορά, στον αυταρχισμό και στην ιδεολογία του εξαρτημένου εθνικισμού. Με πρότυπα μακράν των δημοκρατικών ακόμα και των αστικών όπως αυτών που εμπεδώθηκαν στη Δύση, με οικονομική διευθυντική τάξη συνονθύλευμα που επένδυσε στη λογική του παρασιτισμού-εργαλείο ξένων ηγεμονικών συμφερόντων, με αντιθετικούς άρχοντες πόλους, κληρονόμους των δικτατοριών και των νέων επενδυτών με τις πλάτες της Δύσης, με την εμφανή δραστηριότητα της δυτικής ηγεμονίας και την επιρροή της Ρωσίας, ο βαλκανικός κόσμος βρίσκεται μετέωρος. Μη έχοντας αναπτύξει οριζόντια κινήματα συνθετικά σ’ αυτήν την σύνθετη συγκυρία, αυτά αρκούνται στις φιλελεύθερες εκδοχές ενός αντιφασισμού-αντιρατσισμού-αντιεθνικισμού, διασκορπίζονται σε νέες διεκδικήσεις δικαιωμάτων και ακολουθούν το δρόμο της κοινωνικής αποσύνθεσης.

Ο ανταγωνισμός των δυνάμεων για τα Βαλκάνια

«Ποιος απ’ τους προστάτες θα μας προστατέψει, ποιος;» από το «Λαός Προστάτης» του Θ. Μπακαλάκου

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ μετά από μια περίοδο «αποχής», μετά την κρίση του 2007 κι αφού μάζεψε την οικονομία της, διέλυσε το 2010 τη Λιβύη. Το Ιράκ βρέθηκε στο έλεος του ΙΚΙΛ αφού η απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων που τελικά ήταν μια υπόθεση «χωρίς κέρδος, κέρατα» διέλυσε τη Συρία σε μια συγκυρία που οι «αραβικές ανοίξεις» άφησαν το κενό στις δυνάμεις που απεργάζονταν την καταστροφή, σε ένα σύνθετο και αντιφατικό τοπίο συσχετισμών. Στη συνέχεια επενέβη στην Ουκρανία καθιστώντας το ουκρανικό ζήτημα από περιφερειακό σε παγκόσμιο αναγκάζοντας την ΕΕ και ιδιαίτερα τη Γερμανία να γίνει επίσημος συνομιλητής με τους ναζί για την αποδόμηση της προηγούμενης κυβέρνησης. Καταστρέφοντας τη σχέση της Ρωσίας με την ΕΕ, έχει περάσει σε ένα σχέδιο ασφυκτικής περικύκλωσης της Ρωσίας: Βουλγαρία και Ρουμανία από την πλευρά της Βαλκανικής είναι πλέον χώροι για τη δημιουργία στρατιωτικών βάσεων και διοικήσεων από πλευράς ΝΑΤΟ. Μέσα από διπλωματικές κινήσεις μέσα στο 2015 η κυβέρνηση των ΗΠΑ κατάφερε να ακυρώσει στην ουσία την εγκατάσταση του ρωσικού αγωγού ο οποίος προοριζόταν για τις χώρες της ΕΕ ακυρώνοντας και τις προσυμφωνημένες διαδικασίες μεταξύ Τουρκίας-Ελλάδας-πΓΔΜ-Σερβίας-Ουγγαρίας. Παρ’ όλο όμως που υπήρξε μια προσπάθεια εκ μέρους του Τραμπ για συμβιβασμό με τη Ρωσία, το αντίπαλο κατεστημένο στην ίδια την Αμερική την υπονόμευσε μέσω διαρροών με τις κατηγορίες για παρέμβαση της Ρωσίας στις εκλογές. Από την άλλη η ΕΕ μέσω της Γερμανίας-Γαλλίας έκαναν στο Μινσκ ό,τι μπόρεσαν για τη βελτίωση της κατάστασης στο ουκρανικό ζήτημα με στόχο την επαναπροσέγγισης ΕΕ-Ρωσίας, οι ευρωπαίοι αγρότες κινητοποιήθηκαν δυναμικά αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Οι ΗΠΑ, έχουν στήσει στα Βαλκάνια προγεφυρώματα κι έχουν αποδυθεί σε ένα παιχνίδι νομής ρόλων. Την περίοδο αυτή ο αλβανικός παράγοντας παίζει το ρόλο του πολιορκητικού κριού. Εμβολίζοντας τη βαλκανική σταθερότητα διαμέσου των διεκδικήσεων της Αλβανίας εξασφαλίζουν τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση στην απαίτησή τους να ενταχθούν οι χώρες των Βαλκανίων στη δυτική συμμαχία και να παίξουν ενεργό ρόλο στις βασικές τους στοχεύσεις. Στην ίδια πλεύση, αναγνωρίζουν το Κόσσοβο ως ανεξάρτητο προτεκτοράτο και ειδικά αυτήν την περίοδο με την απειλή της διάλυσης του κράτους της πΓΔΜ επιχειρούν να επισπεύσουν τις διαδικασίες εξομάλυνσης των σχέσεων της Ελλάδας με τη «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Βασικός στόχος δεν είναι μια «Μεγάλη Αλβανία» αλλά χρήσιμες μικρές «Αλβανίες» που θα θέσουν στο ίδιο πλαίσιο δικαιωμάτων της δεκαετίας του ’90 την υπόθεση της αυτονόμησή τους για να χρησιμοποιηθούν ως στρατιωτικά εδάφη.

Για τη δημιουργία χρήσιμων κυβερνήσεων έχουν επενδύσει στην εκπαίδευση στελεχών με το πρόσχημα της αναβάθμισης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για την ανάπτυξη. Στο Μαυροβούνιο, ο Τζουγκάνοβιτς έχει ιδρύσει πανεπιστήμιο ιδιωτικό για τα κατάρτιση των στελεχών της κυβέρνησής του καθώς και για τη στελέχωση του δημοσίου τομέα με νικηφόρα την έκβαση ενός αμφίρροπου αγώνα για την ένταξη του Μαυροβουνίου στο ΝΑΤΟ. Αντίστοιχα το ίδρυμα Σόρος στην Αλβανία αλλά και σε άλλες χώρες όπως στην πΓΔΜ ή στη Βουλγαρία, δίκτυα εκπαίδευσης ή δομές της διαβόητης «κοινωνίας των πολιτών» προετοιμάζουν στελέχη που θα αναπαράγουν την αμερικανική πολιτική. Οι ΗΠΑ είναι η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στον κόσμο και επιβάλει τις επιλογές της δια της απειλής και της στρατιωτικής προσάρτησης χωρών μέσω του ΝΑΤΟ για προστασία και επιστασία.

Παρ’ όλες τις διεθνείς πρωτοβουλίες όπως των συμφωνιών του Μινσκ, παρ’ όλες τις κινήσεις απελπισίας όπως της γερμανικής ρητορείας περί ενός πλήρους ευρωστρατού, παρά τις βαλκανικές διασκέψεις υπό τη Γερμανία, η ΕΕ έχει γίνει ουρά της Αμερικής και είναι ο βασικός χρηματοδότης των φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων στα Βαλκάνια αν εξαιρέσουμε τον συνεργατικό και ταυτοχρόνως αποσταθεροποιητικό ρόλο του ΔΝΤ που ελέγχεται άμεσα από τις ΗΠΑ. Απέναντι σε αυτές τις επεμβάσεις, η γηραιά Ευρώπη βλέπει με αρνητικό τρόπο τις τάσεις απόσχισης, στο βαθμό που αυτές ενισχύονται από τις διαθέσεις των ΗΠΑ στο να έχουν τον πρώτο λόγο στην Ευρώπη και καθότι διαβλέπουν σοβαρά προβλήματα ελέγχου από αναθεωρήσεις στον ίδιο τον πυρήνα της ΕΕ. Περιπτώσεις όπως του «καταλανικού φθινοπώρου» αλλά και άλλων ευρωπαϊκών «επαρχιών» είναι χαρακτηριστικές (Ιταλία, Γαλλία, Μ. Βρετανία κλπ). Αν εξαιρέσουμε την περίπτωση του Κοσόβου, οι ούγγροι για παράδειγμα έχουν μειονότητες σε πέντε όμορες χώρες και σήμερα συζητούν για αναθεώρηση της συμφωνίας Τριανόν του 1920.

Έτσι από το 1993 και τις συμφωνίες Βανς-Όουεν κι αργότερα με τη συμφωνία του Νταίητον του 1995 η κυβέρνηση των ΗΠΑ έγινε ο κύριος στρατιωτικός και πολιτικός ρυθμιστής, με τη ΕΕ-Γερμανία ακόλουθο-χρηματοδότη στην προσπάθειά της να συνεχίσει την κάθοδό της προς τα Βαλκάνια, διαμέσου αυτής της οδού. Από τη διαδικασία διαμελισμού των Βαλκανίων σε μικρές και ανεξάρτητες χώρες, με τάσεις που αποβλέπουν στην ΕΕ την πολιτική τους ένταξη προσποιούνται πως δε γνωρίζουν ότι αυτή προϋποθέτει διαδικασίες απόλυτης φιλελευθεροποίησης με ανυπολόγιστες συνέπειες προς τα λαϊκά στρώματα ενώ είναι αυτές, οι διαδικασίες, οι οποίες ώθησαν και ενίσχυσαν τις αποσχιστικές τάσεις μέσα στις ίδιες τις χώρες των Βαλκανίων. Εδώ είναι και η μεγαλειώδης αντίφαση που υπεισήλθαν οι βαλκανικοί εθνικισμοί και θα συνεχίσουν να υπεισέρχονται.

Από την άλλη η Ρωσία ως μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας αντιδρά στις αναθεωρητικές τάσεις που ενισχύονται από τις ΗΠΑ. Ως ηγεμονική δύναμη υποστηρίζεται από αντιπολιτεύσεις στα Βαλκάνια ενώ με τη μέθοδο της σκληρής διπλωματίας και της επίδειξης του ισχυρού της στρατού συνεχίζει να επενδύει διασαλεύοντας όσο μπορεί την «αμερικανική ειρήνη». Η θέση της έχει γίνει πιο δύσκολη παρ’ όλες τις προσπάθειες της Γερμανίας -και της Γαλλίας δευτερευόντως- αφού έχει αποκλειστεί κι από μη εχθρικά διακείμενες πολιτικές (Βουλγαρία, Ελλάδα). Μοναδική της διέξοδος είναι η μακρινή της Σερβία η οποία διατηρεί ίσες αποστάσεις ενώ ενισχύεται στρατιωτικά και συμβολικά συμμετέχει στην αντιΝΑΤΟϊκή «Σλαβική Αδελφότητα» με τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Μετά από μια απότομη είσοδο στην υπόθεση της εκδίωξης του ΙΚΙΛ από στη Συρία, επιδιώκοντας να υποστηρίξει τον παραδοσιακό σύμμαχο Άσαντ, συμμαχώντας με τους κούρδους, στη συνέχεια έκανε μια στροφή 180ο πράττοντας σχεδόν στρατηγική συμμαχία με την Τουρκία. Προσελκύοντάς την σε ένα παιχνίδι υπονόμευσης του ΝΑΤΟ όταν ήδη η Τουρκία έχει έναν ηγεμονικό αυτόνομο ρόλο σε σημείο που να απειλεί τις αμερικανικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια της επέμβασης στο Αφρίν έχει ήδη καταφέρει ένα σοβαρό πλήγμα στην ΝΑ πλευρά αντισταθμίζοντας τον ΒΑ αποκλεισμό της στα Βαλκάνια.

Ο ρόλος του ΟΗΕ στα Βαλκάνια δεν είναι παρά ο ρόλος καταπατητή των ψηφισμάτων του που αποτρέπουν τις αποσχιστικές τάσεις, με βάση την υποστήριξη της πλειοψηφίας των μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας. Έτσι και στην περίπτωση της ανεξαρτησίας του Κοσσόβου ακολουθεί την τακτική της καταπάτησης των ψηφισμάτων του. Οι διαμεσολαβητές ακολουθούν την πεπατημένη οδό για το κυπριακό ή για το παλαιστινιακό, των πολλών ψηφισμάτων που καταδικάζουν την εισβολή, την κατοχή και τον εποικισμό, όπου ναι μεν καταδικάζουν τις επεμβάσεις αλλά αναγνωρίζουν τον επεμβαίνοντα ως νόμιμο και ισότιμο παράγοντα για την «οικοδόμηση μέτρων εμπιστοσύνης» και «επαναπροσέγγισης». Έτσι καταπατώντας το ψήφισμα 1244/1999 προώθησαν και προωθούν τη λύση της ανεξαρτητοποίησης του Κοσόβου σε αντίθεση βεβαίως με τη Ρωσία.

Από την άλλη, η Τουρκία, με στρατηγικό σύμμαχο τις ΗΠΑ στα Βαλκάνια, διεισδύει, συνεχίζοντας την πολιτική που ξεκίνησε μετά την κατάρρευση του ανατολικού συνασπισμού. Με τακτικές συμμαχίες ενισχύει το ισλαμικό στοιχείο ενώ από την άλλη αυξάνει τις προκλητικές διαθέσεις της απέναντι της ανίσχυρης, σήμερα, Ελλάδας. Μετατρέποντας το προσφυγικό σε ένα ιδιότυπο γεωπολιτικό ζήτημα επιδιώκει δίπλα στις άμεσες απειλές να αποδιαρθρώσει την Ευρώπη με όχημα την Ελλάδα. Από την περίοδο Νετσμεντίν Ερμπακάν του ’90 και με αποκορύφωμα την περίοδο προεδρίας Αμπτουλάχ Γκιουλ του 2000, έχει δημιουργήσει ένα αριθμητικά αξιόλογο γκιουλενικό (FETO) δίκτυο θρησκευτικών σχολείων, τραπεζών, εμπορικών επιχειρήσεων για φθηνά προϊόντα. Με τη στρατιωτική βοήθεια προς τις χώρες που έχουν κυρίαρχο ή πολυπληθές το μουσουλμανικό στοιχείο (Αλβανία, Βοσνία, πΓΔΜ, Κόσοβο) αλλά και με τη στήριξή τους σε στρατιωτικές και οικονομικές υποδομές αποκτά μια επιρροή που ανταποκρίνεται στη σύνθεση ισλαμικού και κεμαλικού παράγοντα. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα Τίρανα, μετά από μια περίοδο καθαρμού των γκιουλενικών δομών, χτίζεται το μεγαλύτερο τέμενος των Βαλκανίων με χρηματοδότηση της Τουρκίας ενώ επίσης κατασκευάζεται λιμάνι και αεροδρόμιο στην ίδια τη χώρα.

Οι μουσουλμανικές μειονότητες από την άλλη σε ορθόδοξες χώρες τις οποίες επιδιώκει συστηματικά να εκτουρκίζει γίνονται έδαφος για την αποσταθεροποίηση στο βαθμό που δεν ενοχλούνται οι στρατηγικές επιδιώξεις των ΗΠΑ και ταυτοχρόνως διατηρεί τις ενταξιακές διαδικασίες στην ΕΕ, με το ΑΚΡ του Ερντογάν να είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (στο οποίο είναι η ΝΔ και ο κυπριακός ΔΗΣΥ). Από την περίοδο της διάλυσης της ΕΣΣΔ, η Τουρκία, όταν έχασε το ρόλο της επένδυσε τόσο στα πρώην σοβιετικά τουρκογενή κράτη της Μαύρης Θάλασσας και του Καυκάσου όσο και στις βαλκανικές καταρρέουσες πρώην «λαϊκές δημοκρατίες» διαμέσου του μουσουλμανικού στοιχείου τους ενισχύοντας τόσο τη δική της επιρροή όσο και σε συνέργεια με τις επιλογές των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ.

Τέλος, αυτήν την περίοδο το ΙΚΙΛ επίσης επενδύει σε ένα βαθμό στα Βαλκάνια στα υπάρχοντα μουσουλμανικά δίκτυα που έχουν οι χώρες. Είτε για λόγους πίστης είτε για λόγους εξεύρεσης εργασίας, πολλοί μουσουλμάνοι από τα Βαλκάνια στρατεύτηκαν στην υπόθεση επέκτασης του ΙΚΙΛ κι αυτός αποτελεί έναν επιπρόσθετο λόγο παρέμβασης από πλευράς της Δύσης για «την πάταξη της τρομοκρατίας», δίπλα στους λόγους για τη «διαφθορά» και την «εγκληματικότητα». Η διπλοπρόσωπη στάση που κρατά η Δύση σε σχέση με την ανάπτυξή του, αφού έχει τη λειτουργία του σε μια υποτίθεται ελεγχόμενη αποσταθεροποίηση, αδυνατεί να εμποδίσει τις προσβάσεις του στο βαλκανικό Ισλάμ. Η περίοδος αυτή μετά από ένα σύνολο ενεργειών από πλευράς ΙΚΙΛ μέσα στην καρδιά της Ευρώπης έχει εξανεμίσει κάθε ψευδαίσθηση για ένα ευρωπαϊκό Ισλάμ και κοσμικό. Έτσι το Ισλάμ από την μεταπολεμική περίοδο που μέχρι και τη δεκαετία του ‘90 που ήταν ο βασικός πρωταγωνιστής της πολυπολιτισμικής Ευρώπης, ραγδαία πραγματοποιεί ένα άλμα προς τα πίσω αξιοποιώντας τα διαπολιτισμικά παράλληλα τείχη που υψώθηκαν στο όνομα της συνοχής του κεφαλαίου και της παγκοσμιοποίησης. Αντίστοιχα και στα Βαλκάνια, το Ισλάμ ως ο καταπιεσμένος για δεκαετίες παράγοντας του χτισίματος μιας προλεταριακής συνείδησης ξεπροβάλει στην ακραία εκδοχή του ως αυτός που ενσαρκώνει μια νέα επέκταση.

Το προσφυγικό δράμα

«Μέχρι τώρα σχεδόν τους φυλακίζουμε στα κέντρα υποδοχής. Τι αποτέλεσμα περιμένουμε να έχουμε; Τροφοδοτούμε διαμάχες και βανδαλισμούς… Τα επόμενα 20 χρόνια χρειαζόμαστε πολύ περισσότερο εργατικό δυναμικό από αυτό που μπορεί να παράξει η χώρα».  Ίνγκο Κράμερ, πρόεδρος του γερμανικού συνδέσμου εργοδοτών

Το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα είναι συνέπεια των πολέμων, των οικονομικών καταστροφών που προκάλεσε η αποικιοκρατία, διαχρονικά, της κατασκευής οικονομικών συστημάτων μέσω του δανεισμού και της εξάρτησης στις «νέες», «ανεξάρτητες» χώρες όπως και της επιβολής του δυτικού  πολιτισμικού προτύπου μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα αποικιακά συστήματα εκπαίδευσης, η διασπορά ενός δήθεν ανώτερου τρόπου ζωής από τις νέες γραφειοκρατίες, μετά την ανασύνταξη της διεθνούς αγοράς που κατέστησε ένα μεγάλο ποσοστό των πρώην αποικιών ως «περισσεύοντα» πληθυσμό, εκτίναξε το πρόβλημα σε μείζον. Παράλληλα με αυτό το πλαίσιο, η οικολογική κρίση από τα καπιταλιστικά μοντέλα ανάπτυξης της πρωτογενούς και δευτερογενούς παραγωγής, ήδη έχει προκαλέσει πολύ σοβαρά φαινόμενα εσωτερικής μετανάστευσης-αστικοποίησης ως ένα πρώτο βήμα και μέλλεται να δημιουργήσει την οικολογική προσφυγιά εκατομμυρίων ανθρώπων που αδυνατούν να ζήσουν στις χώρες τους. Εξ’ άλλου οι συνέπειες των κλιματικών αλλαγών θίγουν ήδη τις πιο φτωχές χώρες-δεξαμενές μετανάστευσης. Συνεπώς το προσφυγικό είναι αδύνατον να διαχωριστεί πέρα από συγκυρίες από το μεταναστευτικό ζήτημα καθότι τόσο οι ιδεολογικές αναφορές όσο και οι συνθήκες απόλυτης ένδειας συνιστούν ένα άλλο εξ αντανακλάσεως πόλεμο.

Η πλήρης ικανοποίηση τμήματος της διεθνούς ελίτ και κυρίως των ΗΠΑ και της Δυτικής-Κεντρικής Ευρώπης οι οποίες απεργάζονται σχέδια μετακίνησης πληθυσμών συνάντησε αυτήν την ανθρωπολογική και ανθρωπιστική καταστροφή επιβάλλοντας στο διεθνή χώρο μια απαράβατη συνθήκη στο όνομα των ανθρωπιστικών διακηρύξεων. Ο «ανθρωπισμός» αυτός, τμήμα του κοινωνικού φιλελευθερισμού βασίζεται στις διατάξεις περί δικαιωμάτων και ολοκληρώνεται με τον οικονομικό φιλελευθερισμό για την φτηνή αγορά εργασίας. Χαρακτηριστικές, ως παραδείγματα, είναι οι διεθνείς δράσεις των ιδρυμάτων τύπου Σόρος ή οι εκδηλώσεις καλής θέλησης από την από πλευρά της γερμανικής ελίτ για ανανέωση της αγοράς εργασίας σε μια εποχή που η αποδόμηση των επαναστατικών κινημάτων συνάντησε τα «ανθρώπινα δικαιώματα». Αποτέλεσμα αυτής της διεργασίας είναι η ιδεολογική σύγκλιση του κοινωνικού φιλελευθερισμού μέσω του οποίου εκφράζονται οι διεθνείς φιλελεύθερες ελίτ, με τα φιλομεταναστευτικά-φιλοπροσφυγικά κινήματα απότοκα αυτής της διεργασίας αποδόμησης. Τα τελευταία είτε επιδιώκοντας να «διευρύνουν» το ταξικό πεδίο αγώνα, είτε ενεργώντας από ανθρωπισμό, είτε ανταγωνιστικά προς την άκρα δεξιά και τις «παλιές» ταυτοτικές αναφορές, έχουν μετατραπεί σε έναν ιδεολογικό μοχλό για τη διεθνή επέκταση του φιλελευθέρου μοντέλου. Οι ιδεολογικές αναφορές των φιλελευθέρων οι οποίες διανθίζονται με λόγια παρηγοριάς στα διεθνή φόρα προσκρούει στη στυγνή πραγματικότητα της διαχείρισης του περισσεύοντα πληθυσμού ως μονόδρομου. Κι αυτή είναι η αντίφαση: ενώ μονοπωλούν στις ανθρωπιστικές προθέσεις στην κυριολεξία στριμώχνουν ολοένα και περισσότερους ανθρώπους σε ζώνες ελέγχου καταδικάζοντάς τους σε φυλακή και σε θάνατο.

Το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα έγινε το μείζον ζήτημα στην Ευρώπη. Η ραγδαία υποβάθμιση της ζωής στις ζώνες κατοικίας των νόμιμων μεταναστών και των επόμενων γενεών οι οποίες προέρχονται από τη μεταπολεμική περίοδο, η ταυτόχρονη υποβάθμιση του ντόπιου στοιχείου από τις αλλεπάλληλες κρίσεις στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα έδειξε και τα όρια του περίφημου πολυπολιτισμικού μοντέλου. Επιπρόσθετα, η ανάδειξη «δικαιωμάτων» για σύμβολα καταπίεσης στο πλαίσιο του σεβασμού της ετερότητας έφερε τα αντίθετα από τα προσδοκόμενα αποτελέσματα: την αναζήτηση της ισλαμικής συνοχής και την προστασία των ευρωπαϊκών αξιών από τους φασίστες και την άκρα δεξιά. Η θέση της αριστεράς καθώς και του ελευθεριακού κινήματος ενσωματώθηκε οιονεί σε αυτήν την αποτυχημένη στρατηγική της ευρωπαϊκής ελίτ. Ομολογουμένως, η θρησκεία είτε ως πολιτιστικός παράγοντας κληρονομιάς είτε –αντίθετα- ως πόλος έλξης για τον πόλεμο των πολιτισμών παίζει τον καθοριστικό ρόλο. Ο χριστιανισμός ως ο εκσυγχρονισμένος ιδεολογικός πυρήνας της εκκοσμικευμένης Ευρώπης και ο ισλαμισμός ως πολυδιάστατος παράγοντας επιστροφής στον ιερό πόλεμο είναι οι δυο βασικοί πόλοι των οποίων οι αποστάσεις επιφέρουν ένα πόλεμο που ήδη έχει ξεκινήσει.

Το προσφυγικό αποδείχθηκε στην πορεία του, ότι είναι, ένα ζήτημα που τέμνει όλα όσα φέρουν τη σφραγίδα του κοινωνικού ζητήματος. Κυρίως στην Ελλάδα που ούτως ή άλλως ήταν η χώρα με το μεγαλύτερο αριθμό αφίξεων σε πρόσφυγες και μετανάστες εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία –μια εικοσιπενταετία μετά τη βαλκανική αποδιάρθρωση- δοκιμάστηκαν πρώτα απ’ όλα τα ηθικά αντανακλαστικά της κοινωνίας μας. Ειδικά στο 2015 σε μια εποχή που οι πειραματισμοί «δημιουργικής ασάφειας» με τους δανειστές ξεκίνησαν ένα εκ νέου μεγάλο κύμα καταστροφής της οικονομίας, οι πρόσφυγες βρέθηκαν να είναι ένα υποκείμενο προστασίας και θαλπωρής: από τις γιαγιάδες της Λέσβου μέχρι τους εράνους στις γειτονιές των πόλεων. Η υποβάθμιση του τουριστικού «προϊόντος» παρ’ όλο που δημιούργησε σοβαρούς τριγμούς στα νησιά του ΒΑ Αιγαίου δεν έφτασε σε μαζικές εκδηλώσεις μίσους όπως αυτές που εκφράστηκαν στη Βουλγαρία ή στην Ουγγαρία. Το ευρύ δίκτυο υποστήριξης που αναπτύχθηκε από χιλιάδες ανθρώπους στην Ελλάδα, από τις αναρχικές καταλήψεις μέχρι τα δημοτικά σχολεία έκανε τις όποιες φασίζουσες ή φασιστικές αντιδράσεις να είναι μεμονωμένες και οικουμενικά επιλήψιμες.

Τα Βαλκάνια ήταν ένα αναγκαίο πέρασμα για τον προορισμό των προσφύγων, προορισμός βασισμένος σε οικουμενικές διακηρύξεις για τον ανθρωπισμό και για την αλληλεγγύη στην Ευρώπη. Ένα τραγικό-«μαύρο» ανέκδοτο στο μέλλον θα αναφέρεται στο απίθανο γεγονός που οι πρόσφυγες θα κουβαλούσαν μαζί τους φυσικό αέριο, τα σύνορα μέχρι την Κεντρική Ευρώπη θα άνοιγαν και στην πράξη θα λειτουργούσε ο ακυρωμένος ρωσικός αγωγός, tourkish stream. Πράγματι, οι πρόσφυγες ακολούθησαν έστω και με εναλλακτικές, την πορεία του προγραμματισμένου διαδρόμου Τουρκίας-Ελλάδας-πΓΔΜ-Σερβίας-Ουγγαρίας για το φυσικό αέριο. Ένας ανυπολόγιστος αριθμός κάποιων εκατοντάδων χιλιάδων σύρων προσφύγων, ασιατών και αφρικανών, περίμεναν και περιμένουν καθημερινά στα παράλια της Τουρκίας με άμεσο προορισμό την Ελλάδα και τελικό προορισμό την ανεπτυγμένη Δύση. Οι άνθρωποι που κατάφεραν να εκποιήσουν τις περιουσίες τους σε ένα στημένο δίκτυο δουλεμπόρων-οργάνων της τάξης και ανθρώπων της μαφίας, οι οποίοι έχουν ήδη δημιουργήσει ένα ανατριχιαστικό πρωτογενές πλεόνασμα αυτήν την εποχή στη Συρία, στην Τουρκία ή στην Κεντρική Ασία και στην Αφρική, βρέθηκαν μπροστά σε νέα τείχη χτισμένα με τα θρύμματα των διεθνών διακηρύξεων για το άσυλο. Έτσι η ΕΕ που εκπονούσε λύσεις βασισμένες στις συμφωνίες «Δουβλίνο» είτε για απορροφήσεις μικρού αριθμού προσφύγων-με εξαίρεση τη Γερμανία η οποία στοχεύει στην απορρόφηση πολλών για την υποδούλωσή τους στις Ειδικές Οικονομικές Ζώνες καθώς και στη χρήση ενός τμήματος ως εξειδικευμένου προσωπικού- βρέθηκε διχασμένη ανάμεσα σε αυτές που δέχονταν το «πρόβλημα» κι αυτές που δεν συζητούσαν στο «να το μοιραστούν». Η «διαχείριση» του «προβλήματος» πήρε απέκτησε διαστάσεις ενός μαθηματικού προβλήματος που μέσα του κρυβόντουσαν εκατομμύρια ανθρώπινες, ζωές που χάθηκαν στις φριχτές διαδρομές, ζωές που επιβίωσαν με ένα μόνιμο τραύμα.

Μέσα σε αυτό το συγκλονιστικό σκηνικό με εμβληματικό γεγονός την πορεία προσφύγων που υπέστειλαν την εθνική τους σημαία προς χάρη της ευρωπαϊκής αστερόεσσας, με τις χαρακτηριστικές σελφ αγκαλιά με την Αγγέλα Μέρκελ, η ΕΕ μετά τις υποθέσεις διευθέτησης των χρεών από το σκληρό πυρήνα, μέσα σε ένα τέλμα ανταγωνισμού κλονίστηκε. Ύστερα από μια σειρά δηλώσεων «τακτοποίησης» με αστεία νούμερα «διανομής» του «προβλήματος» με ανατριχιαστικές ποσοστώσεις, δίπλα σε μια Ευρώπη που παραδιδόταν στο έλεος των επιθέσεων του ΙΚΙΛ σε περιοχές σύμβολα της ανοιχτής ή ανεκτικής κοινωνίας, ξεκίνησαν οι πρώτες ανατινάξεις για την κατάρρευσή της. Η συμφωνία της με την Τουρκία που προέβλεπε γενναία χρηματοδότηση της τελευταίας για τους πρόσφυγες έφερε και μια προσωρινή αναστολή αυτής της εξέλιξης που περίπου λειτουργούσε ως τουρκικό χτύπημα στην Ευρώπη μέσω μιας ευάλωτης Ελλάδας. Έτσι, από τα «ανοιχτά σύνορα» του Αλέξη και την ηλιοθεραπεία στην Ομόνοια της Τασίας, απέναντι σε μια άλλου είδους γεωπολιτική απειλή εκ μέρους της Τουρκίας φτάσαμε στον βαλκανικό κανόνα: ο στόλος του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο να παίζει το ρόλο του φράγματος στους πρόσφυγες, το ΝΑΤΟ να έχει στήσει ένα πλωτό προγεφύρωμα για τη Μέση Ανατολή, το ΝΑΤΟ ως οχυρό από τις απειλές της Τουρκίας. Βάθεμα της εξάρτησης. Όμως πριν κλείσουν τα σύνορα ήδη είχε τοποθετηθεί φράγμα στον Έβρο, ξεκίνησε ένα μεγάλο σε μήκος τείχος στη Βουλγαρία, οι ιταλοί καραμπινιέροι φύλαγαν τα σύνορα της Αλβανίας μετά τον 2ο ΠΠ, η πΓΔΜ άφηνε πρόσφυγες με το σταγονόμετρο και στην Ουγγαρία μετά από κηρύγματα μίσους, το δόγμα του φασιστάκου Ορμπάν γινόταν ήδη δημοφιλές στους κύκλους της Ευρώπης κουρελιάζοντας για μια ακόμα φορά το οικουμενικό χριστιανικό ιδεώδες: «θέλουμε μόνο χριστιανούς». Μετά το κλείσιμο των συνόρων για τους πρόσφυγες-μετανάστες στα βόρεια σύνορα της χώρας (Βουλγαρία, ΠΓΔΜ, Αλβανία) και τις συναντήσεις τύπου Βίσεγκραντ, μετά την οχύρωσή τους με στρατό και νέα φράγματα, η Ελλάδα έχει απομείνει ο ουραγός των εξελίξεων απέναντι και στις νέες ανατροπές που τείνουν να συμβούν στο προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα. Οι πρόσφυγες και οι ντόπιοι, θύματα μιας ενιαίας πολιτικής εντολών και αποδοχής τους από τις διεθνείς ελίτ και την ντόπια κυβερνητική ομάδα, μέσα σε έναν αγώνα για την καθημερινή επιβίωση απεμπολούν κάθε έννοια ελπίδας για το μέλλον που αφορά για τη «μετακίνηση πληθυσμών» δηλαδή για την τύχη δεκάδων χιλιάδων εγκλωβισμένων στα Βαλκάνια όπως και εκατοντάδων χιλιάδων στην Τουρκία και στη Βόρεια Αφρική.

Το μεταναστευτικό-προσφυγικό ζήτημα είναι για την Τουρκία, ειδικά προς την Ελλάδα και γενικά ως χώρα-πύλη της ΕΕ, ένας μοχλός πίεσης για τα ελληνοτουρκικά ζητήματα. Η αποσταθεροποίηση στο Αιγαίο και στη Θράκη είναι ένα πρώτης τάξεως γεωπολιτικό όπλο της Τουρκίας με βάση τις πάγιες διεκδικήσεις της καθώς και στο ζήτημα της οριστικής διχοτόμησης στην Κύπρο (Δικοινοτική Διζωνική Ομοσπονδία) μετά την οικονομική και πολιτική αποδυνάμωση της Ελλάδας.  Η Ελλάδα ως η έσχατη πύλη της Ευρώπης που γειτνιάζει με την Τουρκία, χώρα δουλέμπορο, αποτελεί τον κατ’ εξοχήν χώρο διάβασης προσφύγων-μεταναστών που έχουν στόχο τη μετάβαση στις χώρες της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης. Οι συμφωνίες Δουβλίνο Ι και ΙΙ οι οποίες σταμάτησαν να εφαρμόζονται είχαν ήδη κατατάξει την Ελλάδα ως χώρο υποδοχής, παραμονής και προώθησης μεταναστών και προσφύγων. Η συνέχεια και μετά την πολιτική των «ανοιχτών συνόρων» το 2015 ως μοχλού πίεσης για την ελάφρυνση του χρέους από πλευράς κυβέρνησης αλλά και ως επίδοσης διαπιστευτηρίων προς το ντόπιο κίνημα, επιδείνωσε την κατάσταση τόσο για τους μετανάστες-πρόσφυγες όσο και για τους ντόπιους, ειδικά στις περιοχές των συνόρων που καθιερώθηκαν ως διάβαση πριν τη μετάβαση. Τα Βαλκάνια και ιδιαίτερα η Ελλάδα, που λειτούργησαν ως ένα ανατριχιαστικό φίλτρο για την προώθηση «υψηλών προδιαγραφών» προσφύγων προς την κεντρική Ευρώπη και την παραμονή σε αυτά, προσφύγων και μεταναστών «χαμηλής υποστάθμης» όπως υπονοούν με τον «αντιρατσιστικό» τους ρατσισμό οι ευρωπαίοι ιθύνοντες, έκαναν τη διαφορά. Επίσης σε χώρες της ΕΕ καταργήθηκαν διατάξεις του κοινωνικού κράτους που αφορούν παροχές και φτάνουν σε απάνθρωπες κανονιστικές διατάξεις όπως στη Μ. Βρετανία που ποινικοποιείται η «παράνομη» εργασία και διαμονή ή σε άλλες προοδευτικές χώρες που δέσμευαν τα κομποδέματα των προσφύγων. Η ελλαδική αναισχυντία έφτασε στο αποκορύφωμά της όταν δια στόματος υφυπουργού Εξωτερικών Μαρδά ακούστηκε πως «εάν υπάρχουν κάποιοι εξ’ αυτών που έχουν τη δυνατότητα να επενδύσουν στη χώρα από 250.000 ευρώ θα έχουν ευνοϊκή μεταχείριση παραμονής».

Έτσι μετά τη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας κι αφού στην ατζέντα της ΝΑ Ευρώπης όπως συνηθίζουν να ονομάζουν τα Βαλκάνια εγγράφηκε και το προσφυγικό, οι ΜΚΟ, η νέας κοπής οικονομία της ανατριχιαστικής διαχείρισης ψυχών επισκίασε κάθε έννοια αλληλεγγύης των δικτύων υποστήριξης. Με γενναίες χρηματοδοτήσεις δημιουργήθηκε μια τεράστια γραφειοκρατία με χιλιάδες θέσεις υπαλλήλων, λίγων αφειδώς καλοπληρωμένων και πολλών σε επίπεδο καταστρώματος, ιδρύθηκαν ανοιχτές δομές και στρατόπεδα συγκέντρωσης για την προληπτική φυλάκιση, για την καταγραφή και την αργή προώθηση προς τις χώρες της Ευρώπης ή για την επαναπροώθηση προς την Τουρκία. Οι πρόσφυγες-μετανάστες έγιναν το κατ’ εξοχήν επιδοτούμενο υποκείμενο μιας τεράστιας κοινωνικής μηχανής που επιβάλει ο ξένος παράγοντας στην χώρα, για τον πολυπολιτισμικό μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας με απρόσμενες διαστάσεις εσωτερικής ρήξης και σύγκρουσης ενώ τεράστια ποσά δαπανώνται στην κατεύθυνση αυτή με μέσο όρο 15.000 ευρώ ετησίως κατά κεφαλήν, όπως διαβάζουμε. Η νέα διαχείριση παίζει έναν πιλοτικό ρόλο, για την μεταβολή της Ελλάδας σε χώρα διάβασης (τράνζιτ) καθώς οι δομές που θα στηθούν, θα είναι και εκείνες που θα «φιλοξενούν» σε μόνιμη βάση τους νεοεισερχόμενους. Η Ελλάδα πιθανόν να μεταβάλλεται σε εσχάρα επιλογών, δηλαδή ένα κοινωνικό εργοστάσιο διαλογής εργατικού δυναμικού για της χώρες της Δύσης, με τίμημα την αποδιάρθρωση της δικής της κοινωνίας.

Και στην Ελλάδα, όπως και διεθνώς, το κίνημα στο πλαίσιο της αντιφασιστικής δράσης εκμηδένισε τις διεθνείς αιτίες για την προσφυγιά-μετανάστευση μεταθέτοντας τις ευθύνες στο ντόπιο στοιχείο το οποίο έκρινε ως οιονεί ρατσιστικό. Παράλληλα προσπέρασε τις συνέπειες αυτής μετανάστευσης για τους ντόπιους και εξύψωσε το υποκείμενο πρόσφυγας-μετανάστης αντίστοιχα με τους ρόλους που εξυπηρετεί η κατασκευή φαντασιακών κοινοτήτων: ταξικός σύμμαχος, εξεγερμένος προλετάριος, πολυπολιτισμική συμβίωση κλπ. Μέσα σε αυτήν την ανιδιοτελή δράση ενσωμάτωσε σταδιακά την εικόνα του άλλου αν όχι ως ιδανική αλλά τουλάχιστον αποδεκτή και ανεκτή παρ’ όλες τις πολύ σοβαρές αποκλίσεις που αυτή έχει από επαναστατικές κατακτήσεις στην Ευρώπη και στην Ελλάδα. Το ίδιο, μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου οι ιαχές της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης αντηχούσαν με όρους όπως «αποδοχή του διαφορετικού», «πολυπολιτισμική συμβίωση», «ανθρωπισμός», «φιλοξενία», «μετακίνηση πληθυσμών» κλπ., ταυτίστηκε με την κοινωνική της πλευρά. Αποδεχόμενο τη μετανάστευση-προσφυγιά ως ευλογία, ενσωμάτωσε το φαινόμενο ως φυσικό, αρνούμενο να αποδεχτεί τους πραγματικούς όρους κατασκευής του και τις εκρηκτικές διαστάσεις του.  Όλη αυτήν την περίοδο από το τέλος του 2015 μέχρι και σήμερα δοκιμάστηκαν τα αντανακλαστικά του. Δυστυχώς όμως, το ιδεολογικό υλικό με το οποίο είχε δημιουργηθεί δεν άφηνε τα περιθώρια να αντέξει αυτή την τεράστια ευθύνη. Με βέλη στη θεωρητική φαρέτρα του την ανοχή στις -μεγάλες πια- πολιτισμικές διαφορές, την μονόπλευρη κριτική προς κάθε τι το ελληνικό –αν δεν έφτανε σε παροξυσμούς του τύπου «έλληνες είστε και φαίνεστε», με μια ακατέργαστη επιθυμία για «κοινούς ταξικούς αγώνες» ή «πολυφυλετικές εξεγέρσεις» βρέθηκε αντιμέτωπο με ένα μαζικό φαινόμενο με χιλιάδες ψυχές-στην κυριολεξία ανθρώπινα ράκη, τριχοτομημένα: α)με μια ζωή που άφησαν πίσω για πάντα(;) β)εγκλωβισμένοι ή φυλακισμένοι στην Ελλάδα και γ)ανεπιθύμητοι στις χώρες που επιθυμούν. Αφού ξεχάστηκαν οι όποιες λοιδορίες για τους «κακούς» έλληνες, μετά από τις προσπάθειες  για «ταξικούς αγώνες», αφού απέτυχε κάθε ερασιτεχνισμός για αγώνες που περιφέραν σε κινητοποιήσεις μέχρι και σημαίες του FSA, το οριζόντιο κίνημα τελμάτωσε. Αφού κακήν κακώς και με τη συνδρομή του κράτους εκδιώχθηκε και ο τελευταίος φασιστικό θύλακας  από τον Ελαιώνα για το χτίσιμο του τεμένους, περιορίστηκε σε λίγες κι ασυνεχείς προσπάθειες αγωνιστών προσφύγων, σε ελάχιστες καταλήψεις στέγης, σε υποστήριξη των προσπαθειών τους για την προώθησή τους στους προορισμούς τους, σε κάποιες κινήσεις αναχαίτισης φασιστικών δράσεων.

Τα πράγματα όμως πάνε από το κακό στο χειρότερο. Η ακούσια παραμονή 60-100.000 προσφύγων από τους οποίους λίγοι μπορούν να φύγουν και με αργές διαδικασίες, είναι από μόνη της μια ρευστή κατάσταση αν δεν προσθέσουμε: τις καθημερινές αφίξεις από την Τουρκία, το ζήτημα της εκρηκτικής συγκατοίκησης Σύρων με άλλης εθνικότητας μετανάστες ή πρόσφυγες και την παραμονή σε σχεδόν μόνιμους χώρους φύλαξης. Η ζωή στις ανοιχτές δομές κι ακόμα χειρότερα στα κλειστά στρατόπεδα συγκέντρωσης, με τον ιδρυματισμό κάτω από την κηδεμονία των ΜΚΟ να μετατρέπεται σε ένα μόνιμο σύνδρομο δίπλα στο τραύμα είναι τόσο φριχτά που λίγα πράγματα μπορούν να γίνουν στα σοβαρά. Ένας διαψευσμένος-τραυματισμένος κόσμος είναι δικαιολογημένα μια εύφλεκτη ύλη όταν ταυτόχρονα και πιθανά εκπονηθούν σχέδια εκμετάλλευσής του στις Ειδικές Οικονομικές Ζώνες. Το θρησκευτικό ζήτημα θα είναι το κατ’ εξοχήν ζήτημα που θα παίξει ρόλο είτε στην ενσωμάτωση είτε στην εξ αντανακλάσεως ή συνειδητή γκετοποίηση των προσφύγων-μεταναστών. Ο σουνιτικός παράγοντας απομακρύνει κάθε έννοια ή δυνατότητα συμβίωσης τουλάχιστον με βάση το αποτυχημένο προηγούμενο της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης. Η επιδείνωση της ζωής τόσο για τους πρόσφυγες-μετανάστες όσο και για τους ντόπιους που έχουν δεχθεί απίστευτη επίθεση στην καθημερινότητα και ειδικά μετά το 2015 στρέφει την κατάσταση προς τη σύγκρουση. Η στροφή προς την υπεράσπιση των πολιτισμικών-κοσμικών αξιών που έχουν προκύψει από τη χριστιανική Ευρώπη τείνουν να μετατρέψουν την πιθανή συμβίωση σε κόκκινη γραμμή για ένα υποκείμενο που αναγκαστικά στρέφεται προς τις δικές του ισλαμικές αξίες. Ο απευκταίος πόλεμος των πολιτισμών είναι αναπόφευκτος ακόμα και για την Ελλάδα η οποία αν και μακριά από τα αρνητικά και μη δημοφιλή πρότυπα μιας αποικιοκρατίας, δέχεται μια σοβαρή επίθεση από τις διεθνείς ελίτ προκειμένου να μετατραπεί σε χώρο διάβασης ή παραμονής πληθυσμών με πολύ διαφορετική παράδοση. Σημαντικοί σταθμοί σε αυτόν τον πόλεμο δεν είναι παρά η μονιμοποίηση της παραμονής των μεταναστών-προσφύγων όπως και η δόμηση του ισλαμικού τεμένους στην Αθήνα.

Το γεγονός ότι δεν πρόκειται για μετανάστες αλλά κυρίως για πρόσφυγες που έχουν πολύ συγκεκριμένο προορισμό είναι ένα γεγονός που αναχαιτίζει την όποια προσπάθεια επικοινωνίας η οποία μπορεί να φτάσει μέχρι το σημείο μιας στοιχειώδους ανθρωπιστικής αλληλεγγύης για πρωταρχικές ανάγκες. Ακόμα και οι λίγοι σταθεροί κινηματικοί χώροι φιλοξενίας λειτουργούν ως προσωρινοί χώροι των προσφύγων. Η σκληρή πραγματικότητα όμως του κλεισίματος των συνόρων ωθεί αυτό το πλήθος να εδαφικοποιείται de facto κι ίσως de jure, χωρίς τη θέλησή του. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό αυτήν την αντιφατική εποχή να συγκεκριμενοποιηθούν αντιφατικά αιτήματα που θα  καλύψουν τις κινητοποιήσεις αλληλεγγύης όπως αυτά: του ανοίγματος των συνόρων αλλά και της δωρεάν αερομεταφοράς τους στις χώρες προορισμού οι οποίες ζητούν εργάτες, της αποζημίωσης για έργα υποδομής στις χώρες προέλευσης για τις μακρόχρονες αποικιοκρατικές εφαρμογές, της απεμπλοκής τους από στρατιωτικές επιχειρήσεις και της δωρεάν αερομεταφοράς για όσους επιθυμούν να επιστρέψουν. Από την άλλη να ετοιμαστούμε για τη σύσφιξη σχέσεων με το πλήθος των προσφύγων που θα εγκλωβιστεί αναγκαστικά στα σύνορα των Βαλκανίων, ίσως και από μια πιθανή κατάρρευση της συμφωνίας με την Τουρκία, για τα πολιτικά, εργασιακά και κοινωνικά του δικαιώματα και για τις ριζικές του ανάγκες και να αγωνιστούμε μαζί στη χώρα που θα ζήσουμε μαζί. Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού. Είμαστ’ όλοι ντόπιοι. Οι πρόσφυγες και οι μετανάστες είναι σάρκα από τη σάρκα μας, είναι αίμα από το αίμα μας, είναι οι άνθρωποί μας. Ντόπιοι και ξένοι, είμαστε οι καταπιεσμένοι άνθρωποι που οφείλουμε να ενώσουμε τις κοινές μας ζωές, να έχουμε κοινή καθημερινότητα, σεβασμό στην ετερότητα που διευρύνει την ελευθερία, την συνεργασία, τη συνοχή.

Ο έλεγχος, η διεκδίκηση και η ανάληψη ευθύνης στο ζήτημα της προσφυγικής-μεταναστευτικής κρίσης, ο έλεγχος των ΜΚΟ και η δημιουργία τοπικών επιτροπών, ο έλεγχος των διοικητών και αρμοδίων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, η διεκδίκηση για τη βελτίωση των υπαρχόντων καταυλισμών-στρατοπέδων συγκέντρωσης, το αίτημα για ανοιχτά κέντρα φιλοξενίας, ο διαμοιρασμός των προσφύγων σε γειτονιές μέσα στον οικιστικό ιστό, η παραγωγική-δημιουργική τους εργασία και κυρίως σε δομές της αλληλέγγυας οικονομίας που έχει αναπτυχθεί σήμερα, ο συντονισμένος εποικισμός της επαρχίας είναι απαραίτητοι και επείγοντες όροι για μια νέα συνοχή. Έτσι ο αποκλεισμός κάθε έννοιας θρησκευτικής ή εθνικής προπαγάνδας που προβάλει την καταπάτηση των κατακτήσεων ελευθερίας που προβάλει εθνικούς ή θρησκευτικούς ανταγωνισμούς είναι η απαραίτητη πράξη για τη δημιουργία μιας νέας συνοχής ύστερα από τις διαψεύσεις του παρελθόντος στην Ευρώπη και πιο ειδικά στα Βαλκάνια. Μια διεθνής επιδίωξη για μια όσο το δυνατόν δίκαιη διεθνή συμφωνία για την ασφαλή τους μετάβαση στους χώρους προορισμού των, είναι ακόμα περισσότερο αυτό που θα μπορούσε να απαλύνει σε ένα βαθμό το τραύμα. Ακόμα, κι από μια πιο ουσιαστική πρόθεση χτισίματος πραγματικών σχέσεων, η δημιουργία διεθνικών και διαθρησκευτικών συμβουλίων ντόπιων και εθνικών κοινοτήτων μεταναστών-προσφύγων θα μπορούσε να οικοδομήσει όχι απλά ένα τείχος απέναντι στον ευρωπαϊκό τύπου φασισμό και στον ανατολικό ισλαμοφασισμό αλλά να οικοδομήσει μια άλλη ζωή εδώ και τώρα. Απέναντι στην ψήφιση του νόμου για την οικοδόμηση του ισλαμικού τεμένους στο Βοτανικό, ενάντια στους φασίστες που αβανταδόρικα εναντιώνονται, μη συναινώντας στη φιλελεύθερη ανοχή που δημιουργεί διαχωρισμούς, ένας κοινός μεσογειακός χώρος πολιτισμού, θρησκειών, τέχνης, φιλοσοφίας, οικολογίας θα μπορούσε να υποβοηθήσει σε μια νέα ώσμωση.

Έτσι μπορεί να αποκτήσουν μια σημασία οι καταγγελίες του αντιπολεμικού κινήματος προς αυτούς που προκαλούν τον πόλεμο, προς αυτούς που τον επιτρέπουν, προς αυτούς που απειλούν για πόλεμο δίπλα στην ανάδειξη της κουρδικής αυτονομίας ως προτύπου κοινωνικής οργάνωσης και ασφάλειας στην περιοχή.

Η άνοδος του εθνικισμού-αλυτρωτισμού

«Ξέρεις, τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις» Γιώργος Σεφέρης

Η άνοδος του εθνικισμού στα Βαλκάνια από την εποχή που τα καθεστώτα του κρατικού σοσιαλισμού ήρθαν σε μια σοβαρή κρίση εμφανίστηκε ως ο αγώνας για την απελευθέρωση εθνικών εδαφών σε συνδυασμό ενίοτε με μια μισαλλόδοξη αντίληψη για τη θρησκευτική πίστη, η οποία σε όλες σχεδόν τις χώρες περιορίστηκε συστηματικά ή διώχθηκε όπως π.χ. στην Αλβανία. Από την πρώτη κιόλας περίοδο σχηματίστηκαν παρατάξεις που αντλούσαν από το παρελθόν των βαλκανικών πολέμων, την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, εμπνεόμενες από τις παρατάξεις της αντίστασης αλλά και των συνεργατών της κατοχής. Αυτή η κοσμογονία κίνησε το ενδιαφέρον των διεθνών οργανισμών, που έμειναν χωρίς αντίπαλο στο παγκόσμιο γήπεδο, μιας και τα Βαλκάνια για τους ιμπεριαλιστές δεν ήταν παρά ένας χώρος χρήσιμος για την στρατιωτική και οικονομική τους επέκταση. Ο στόχος αυτής της νέας επέκτασης δεν αφορούσε μόνο την ένταξή τους στην παγκόσμια αγορά και στη δυτική στρατιωτική συμμαχία αν αυτές παρέμεναν ως είχαν και ειδικά η Γιουγκοσλαβία, μια μεγάλη και ανεπτυγμένη χώρα που θα μπορούσε να έχει ισχυρά χαρτιά στη διαπραγμάτευση αυτή. Η διάλυση των Βαλκανίων σε μικρότερες χώρες έγινε μονόδρομος χρησιμοποιώντας αρχετυπικούς εθνικισμούς για το νέο διαίρει και βασίλευε. Οι μεγαλοϊδεατισμοί βασισμένοι ταυτοχρόνως σε πραγματικά γεγονότα αλλά και σε παραμορφωτικούς εθνικοθρησκευτικούς καθρέφτες, λειτούργησαν σε κάθε χώρα διαφορετικά. Αντίστοιχης και κρίσιμης σημασίας ήταν οι επιρροές της Ρωσίας στα Βαλκάνια στη βάση κοινής φυλετικής καταγωγής και του θρησκεύματος επιδιώκοντας να παραμείνει ευρωπαϊκή δύναμη. Η νεοθωμανική Τουρκία από την πλευρά της ως ενδιάμεσος ηγεμονικός πόλος στην περιοχή υποδαύλισε πότε την τουρκική πότε την ισλαμική της επικράτεια στα Βαλκάνια. Έτσι δημιουργήθηκαν συσπειρώσεις και αντισυσπειρώσεις.

Τα καθεστώτα τα οποία κατέρρευσαν ήταν υπεύθυνα για αυτήν την εξέλιξη παρ’ όλο που οι καταστατικές τους διακηρύξεις ήταν βασισμένες στην ιστορική αντίσταση κατά του ναζισμού και του φασισμού:

1)Οι νέες συνοχές της «ταξικής πάλης», της «οικοδόμησης του σοσιαλισμού», του «παραγωγικού ζενίθ», υποχρεωτικά, άλεσαν κι άπλωσαν σε έναν ενιαίο καμβά, εθνικές και θρησκευτικές διαφορές και επέφεραν το αντίθετο αποτέλεσμα από το στόχο της καταπολέμησης των διαφορών. Δημιούργησαν έναν ανθρωπολογικό τύπο που από τη μια εκφραζόταν διαφορετικά στον οικείο του χώρο, με τον τρόμο ότι θα μπορούσε να προκαλέσει την Υπηρεσία Ασφάλειας κι από την άλλη υποχρεωτικά εκφραζόταν με τη γλώσσα που επέβαλε η κρατική εξουσία. Έτσι, η έλλειψη ελευθερίας της εθνικής και θρησκευτικής ιδιαιτερότητας η οποία αν εκδηλωνόταν θα είχε βαρύτατες συνέπειες λόγω της σύνδεσής της με ιστορικές «αντιδραστικές» και «μοναρχοφασιστικές» αντιλήψεις, διάνοιξε περισσότερο το χάσμα των εθνικών και θρησκευτικών διαφορών. Αυτές όμως επιβίωναν ωστόσο, ενώ ο δημόσιος διάλογος για τις διαφορές ήταν περιττός ή απαγορευμένος, λόγω της άνωθεν επιβολής αφηγήσεων. Εξ άλλου οι διεθνικές συγκατοικήσεις είχαν τη «βιτρίνα» τους στις αστικές περιοχές (π.χ. Σαράγεβο Βοσνίας) όπου δόθηκε ένα ιδιαίτερο βάρος, ενώ στις επαρχίες η κατάσταση ήταν πολύ διαφορετική και πιο εθνικά συγκροτημένη. Έτσι, ιδιαιτέρως, περιοχές όπως στην Κροατία, στην Ρουμανία, στη Βουλγαρία οι οποίες συνεργάστηκαν με τους κατακτητές στον 2ο ΠΠ, μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα σχημάτισαν φασιστικά, ρατσιστικά, εθνικιστικά κόμματα. Όμως και στα υπόλοιπα Βαλκάνια, ο εθνικισμός ως απελευθέρωση αλύτρωτων εθνικών εδαφών έφτασε να γίνει πράξη, να γίνει κείμενο στο ίδιο το σύνταγμα χώρας ή να γίνει επίσημη αφήγηση σε σχολικά εγχειρίδια.

2)Η εμφύσηση της νέας συνοχής απέναντι στον «εσωτερικό» και στον «εξωτερικό» εχθρό ενίσχυσε αυτόν τον ανθρωπολογικό τύπο με στοιχεία μιας διαρκούς εχθρότητας και αδιαλλαξίας σε σχέση με την ιδέα που οφείλει να παλέψει. Όταν τα καθεστώτα κατέρρευσαν ο ίδιος φανατισμός των 50 χρόνων μεταλαμπαδεύτηκε σε άλλες χωριστικές, αναθεωρητικές ιδέες βασισμένες στη θρησκεία και στην αφήγηση για το ξεχωριστό έθνος.

3)Τα καθεστώτα αυτά ήταν προσωποπαγή και προϋπέθεταν ή υποχρέωναν στη λατρεία του ηγέτη. Όταν εκφυλίστηκαν, οι άνθρωποι συνηθισμένοι στη λατρεία του ηγέτη, μεταβίβασαν σε διάφορες καρικατούρες ηγετών την εμπιστοσύνη τους. Πρόσωπα όπως ο Ιζετμπέγκογιτς, ο Αρκάν, ο Τούτζμαν, ο Κάρατζιτς, ο Σέσελι, από διάφορες πλευρές, διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην ένοπλη συσπείρωση εναντίον της άλλης πλευράς και στην όξυνση των αντιπαραθέσεων. Η συνήθης κατάληξη των εθνικιστικών, ρατσιστικών ή φασιστικών ιδεών ή διάφοροι συνδυασμοί τους, δεν ήταν παρά η σταδιακή υιοθέτησή τους από το σύνολο των εθνικά αντίστοιχων παραγόντων του πολιτικού συστήματος είτε περιστασιακά και ευκαιριακά, είτε συντεταγμένα. Έτσι, οι εθνικές και οι θρησκευτικές κοινότητες, στις κοινωνίες που συγκατοικούσαν όπως στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, καταπιεσμένες όλη αυτήν την περίοδο από την υποχρεωτική ιδεολογία των παλιών καθεστώτων, όπως και οι καταπιεσμένες εθνικές μειονότητες σε άλλες χώρες, χρησιμοποιήθηκαν ως όπλο εθνικών εντάσεων με κατάληξη τραγικές σφαγές.

Στην Αλβανία η επαναφορά του τσάμικου ζητήματος, των διεκδικήσεων εδαφών σε 3 χώρες (Ελλάδα, Σερβία, πΓΔΜ) μαζί με το Κόσοβο, σε συνδυασμό με την απόλυτη αναθεώρηση ιστορικών ζητημάτων (αποκατάσταση του συνεργαζόμενου με τους κατακτητές Μπαλί Κομπεντάρ), η ανακίνηση του τσάμικου ζητήματος, η ανάπτυξη στρατηγικής περιορισμού της ελληνικής μειονότητας με πρόσφατο πεδίο την καταπάτηση περιουσιών στη Χιμάρα, ξεκίνησαν ήδη από την περίοδο που ο Μπερίσα ανέλαβε την εξουσία. Στη συνέχεια ολοκληρώθηκε αυτή η αντίληψη την περίοδο του Φάτος Νάνο στην εξουσία, ενώ σε διαφορετικές περιόδους οι τόνοι έπεφταν αναλόγως με όχημα την εξομάλυνση των αλβανών μεταναστών στην Ελλάδα και ιδιαίτερα από την περίοδο του ελληνικού εκσυγχρονισμού μέχρι την κρίση. Μέσα σε αυτήν εκδηλώθηκαν πολιτικές δυνάμεις όπως τα κόμματα των τσάμηδων και των μπαλιστών, η «ερυθρόμαυρη συμμαχία» ή «Κίνημα για Ενωμένη Αλβανία» τα οποία εμποτίζουν το πολιτικό σύστημα. Το ίδιο έχει προβεί σε ενέργειες για το «Πεδεμόντιο» της Αλβανίας όπως η αλβανική πλατφόρμα του 1998 διατυπωμένη από την Ακαδημία Επιστημών στα Τίρανα που αποτελεί τη θεωρητική βάση της ενσωμάτωσης των «Αλβανιών». Επιπρόσθετα η υπόθεση εγχάραξη της ελληνοαλβανικής ΑΟΖ αποτελεί ένα επιπλέον αγκάθι.

Από την άλλη μετά την πτώση του καθεστώτος το 1991 παλαιότερες εξωθεσμικές προσπάθειες στην Ελλάδα απέκτησαν πολύ μεγαλύτερη σημασία και έφτασαν μέχρι και στη δράση της ΜΑΒΗ η οποία με το όνομα ιστορικής οργάνωσης προέβη σε εισβολή, κλοπή όπλων και δολοφονία δυο αλβανών στρατιωτών του φυλακίου της Επισκοπής το 1994. Οι έλληνες της Αλβανίας που αριθμούνται από ανεπίσημες πηγές σε 100.000-350.000 στο μεγαλύτερο μέρος τους είναι μετανάστες στην Ελλάδα. Το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα με επίσημη γραμμή σεβασμού των υπαρχόντων συνόρων από το 1922 κρατά μια γραμμή κατ’ όνομα υπεράσπισης της μειονότητας και της ορθοδοξίας, όπως και προσφυγής στη διεθνή νομιμότητα για το ζήτημα της ελληνοαλβανικής ΑΟΖ. Η Χρυσή Αβγή έκανε την εμφάνισή της τα τελευταία χρόνια στα μνημόσυνα πεσόντων του ελληνοϊταλικού πολέμου, στο μνημόσυνο του Αριστοτέλη Γκούμα που δολοφονήθηκε στη Χιμάρα από αλβανούς εθνικιστές και διαπιστώθηκε μια επιρροή στα ελληνικά χωριά του Βούρκου της περιφέρειας των Αγίων Σαράντα. Μια τελευταία συνεργασία των δυο κρατών για την εξεύρεση οστών των ελλήνων φαντάρων του 1940-41 στα βουνά του αλβανικού νότου και της δημιουργίας νεκροταφείου δυναμιτίζεται από την προώθηση του τσάμικου ζητήματος από το κόμμα PDIU που διαδηλώνει εναντίον αυτής της πράξης αποκατάστασης.

Ο αλβανικός εθνικισμός ερασιτεχνών και επαγγελματιών συνδέθηκε με το κίνημα «Αυτοδιάθεση» του Κοσόβου και ήταν καταλύτης και για την προετοιμασία γεγονότων όπως στο Κουμάνοβο το 2015 όπου συγκρούστηκαν οι ένοπλες δυνάμεις της πΓΔΜ με οπλοφόρους του UCK. Τα πράγματα βέβαια χρονολογούνται από το 1968 που ξεκίνησαν οι διαμαρτυρίες των αλβανών. Το 1974 δόθηκε η αυτονομία στο πλαίσιο της Ομοσπονδίας, κατόπιν το 1989 άρθηκε από τον εθνικιστή Μιλόσεβιτς με τη χαρακτηριστική του ομιλία για τα 600 χρόνια από την ήττα των σέρβων στο Κοσσυφοπέδιο με τη ρήση: «κανένας Σέρβος δεν θα υποστεί ξανά εξευτελισμό σε αυτήν εδώ τη γη», δίνοντας το σύνθημα για τη μεγάλη σερβική ιδέα. Η αντίδραση των αλβανών του Κοσόβου το 1991 απέναντι στην καταστολή από τον εναπομείναντα γιουγκοσλαβικό στρατό ήταν η κήρυξη της ανεξαρτησίας και η αναγνώρισή της από το αλβανικό κράτος κάτω από την υποστήριξη της δυτικής συμμαχίας, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμα φορά τον κανόνα που αφορά την εξάρτηση ως το αντίδοτο απέναντι στις απειλές. Το 1996 δημιουργήθηκε ο UCK και ξεκίνησε ένας πόλεμος χρηματοδοτημένος από τις ΗΠΑ και εμμέσως από την αλβανική κυβέρνηση. Ο ίδιος ο Μπερίσα προέβη πέρσι σε ομολογία για τον εξοπλισμό των κοσοβάρων από μυστική οργάνωση του κόμματός του.

Στο Κοσσυφοπέδιο υπήρξε απηνής διωγμός της σερβικής μειονότητας κι από την άλλη συγκροτημένη καταστολή από πλευράς κυβέρνησης Μιλόσεβιτς που θεωρούσε το έδαφος του Κοσόβου σερβικό. Μετά την απόρριψη εκ μέρους των σέρβων της συμφωνίας Ραμπουγιέ και της σκηνοθεσίας σκηνών εθνοκάθαρσης στο Ράτσακ, οι βομβαρδισμοί από πλευράς του ΝΑΤΟ το 1999 έδωσαν την «τελική» λύση της επόμενης συμφωνίας για την απόσυρση των στρατευμάτων και της αναγνώρισης του Κοσόβου ως αυτόνομης περιοχής της Σερβίας σύμφωνα με το ψήφισμα 1244 του ΟΗΕ. Από τότε και μετά ο UCK έγινε ο επίσημος στρατός του Κοσόβου όπου και έδρασε στις αλβανικές περιοχές της πΓΔΜ στον πόλεμο το 2001, πόλεμος που έληξε την ίδια χρονιά με τη συμφωνία της Αχρίδας. Παρόλα αυτά και το 2007 όπως και το χειμώνα του 2015 υπήρξαν συγκρούσεις μελών του εν λόγω στρατού με τις στρατιωτικές δυνάμεις της κυβέρνησης. Οι ίδιες δυνάμεις έχουν πολλές πολιτικές επιρροές και στη Νότια Σερβία όπου κατοικεί μια αξιόλογη σε αριθμό αλβανική μειονότητα που εμφανίστηκε στην πάνδημη υποδοχή του Έντι Ράμα ως ηγέτη τους, μετά το ποδοσφαιρικό ματς και τη συνάντηση με τον πρόεδρο της Σερβίας, Βούτσιτς. Σήμερα οι τοπικές αυτοδιοικήσεις της αλβανικής μειονότητας στη Νότια Σερβία διεκδικούν με πολιτικό λόγο την αυτονομία της περιοχής, σύμφωνα με την κλιμάκωση που προϋποθέτει η «αλβανική πλατφόρμα». Τελευταία, η δρομολόγηση αμαξοστοιχίας από τη Σερβία προς το Κόσοβο με την αναγραφή σ’ αυτήν «Το Κοσσυφοπέδιο είναι Σερβία», η δολοφονία ενός σερβοκοσοβάρου πολιτικού ηγέτη, η σύλληψη σέρβου αξιωματούχου, η προσπάθεια ανέγερσης τείχους στη Μιτρόβοτσα καθώς και η διελκυστίνδα για τη διατήρηση της ορθόδοξης κληρονομιάς μοναστηριών και βακουφιών είναι τα αγκάθια για το ζήτημα της συνέχισης αυτής της αμφίρροπης πάλης. Σε γενικές γραμμές ο αλβανικός εθνικισμός χρησιμοποιείται άμεσα από τις ΗΠΑ με κυρίαρχο το ζήτημα του Κοσόβου και με στόχο το διαμελισμό των Βαλκανίων. Η «μεγάλη Αλβανία» είναι μακριά από την αμερικανική και ευρωπαϊκή στρατηγική καθότι αυτές εμποδίζουν τη δημιουργία ισχυρών κρατών που θα μπορούσαν να σταθούν επικίνδυνα για τις γεωπολιτικές ισορροπίες. Στην κίνηση αυτή η ΕΕ και ο ΟΗΕ ακολουθούν αυτήν την πολιτική προτείνοντας τα «μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης» και κρατώντας τις ίσες αποστάσεις ανάμεσα στα μέρη. Καθοριστικό ρόλο παίζει η επέκταση της φτώχειας η οποία υποδαυλίζει τους πιο καταπιεσμένους κατοίκους που είναι συνήθως οι μειονότητες ενώ ο αλυτρωτισμός που εκφράζουν είναι συνδεμένος με την απόκτηση προνομιακής σχέση με την ΕΕ η οποία απαιτεί μέτρα που εντείνουν τη φτώχεια. Η τραγική πορεία δεκάδων χιλιάδων κοσοβάρων μεταναστών το 2015 προς τα σύνορα της «μισητής» Σερβίας για την έξοδό τους προς τις χώρες της ΕΕ διαμηνύουν ένα ενδεχόμενο που τονίζουν αναλυτές για την περίπτωση ανεξαρτητοποίησης του Κοσόβου. Ο σημερινός πρωθυπουργός του Κοσόβου είναι ο καταζητούμενος απ’ τη Σερβία, ως εγκληματίας πολέμου, Ραμούς Χαραντινάι.

Στην πΓΔΜ ξεκίνησε να χρησιμοποιείται, ως εθνικός, ο γεωγραφικός προσδιορισμός «Μακεδονία» από την έναρξη της ανεξαρτησίας της καθότι είναι σε τμήμα εδάφους της ιστορικής Μακεδονίας. Η ιστορική ΕΜΕΟ (VMRO) έδωσε τα αρχικά της στο μέχρι προσφάτως κυβερνών κόμμα το οποίο επέδειξε σαφώς αλυτρωτικές τάσεις ενώ οι ακαδημίες ιστορίας και οι πολιτιστικοί οργανισμοί στοιχήθηκαν με βάση τις παλιότερες σλαβικές αφηγήσεις για τη διεκδίκηση της Μακεδονίας μέχρι το Αιγαίο καθώς και τμήμα της Βουλγαρίας. Η γελοιότητα της ανάπλασης του κέντρου της πρωτεύουσας των Σκοπίων ως μιας αρχαίας μακεδονικής πόλης συμπλήρωσε αυτές τις προθέσεις από άποψη αφήγησης. Μικρότεροι εθνικιστικοί πολιτικοί σχηματισμοί δεν μπόρεσαν να επιβιώσουν αφού σύσσωμο το πολιτικό σύστημα ομονοούσε στην ανάδειξη της χώρας ως κέντρο του «μακεδονικού ζητήματος». Έτσι τα δυο μεγάλα πολιτικά κόμματα συμφωνούσαν στο ζήτημα της ονομασίας και συναινούσαν παρά τη μεγάλη αντιπαλότητά τους στην καταπίεση της αλβανικής μειονότητας και της παραβίασης των όρων της συμφωνίας Αχρίδας μετά την αλβανοσλαβική ένοπλη αντιπαράθεση στη χώρα το 2001.

Τον τελευταίο, όμως, καιρό και μετά την σοβαρότατη πολιτική κρίση με θέματα διαφθοράς και αυταρχισμού, το σοσιαλιστικό κόμμα είχε προσεταιριστεί την αλβανική μειονότητα γεγονός που φάνηκε στην κοινή παρουσία αλβανικών και επίσημων σημαιών στις διαδηλώσεις κατά του Γκρουέφσκι και συμφωνεί σε μια μικρή αλλαγή της ονομασίας. Σήμερα και μετά από μια διετία σοβαρής κρίσης η νέα κυβέρνηση συνεργασίας του σοσιαλιστικού με το αλβανικό DUI, και μάλιστα με πρόεδρο του κοινοβουλίου τον οπλαρχηγό του UCK Τζαφέρι, επιδιώκει αλλαγές υπαγορευμένες από τις ΗΠΑ για ομόσπονδο κράτος ενώ ταυτόχρονα επισπεύσθηκαν οι διαδικασίες για την υπόθεση του ονόματος της χώρας. Οι αντιστοιχίες από πλευράς ελλαδικού κράτους είχαν ως αντίδραση τα συλλαλητήρια του 1992 τα οποία απάντησαν στις αλυτρωτικές βλέψεις του πολιτικού συστήματος ενώ σήμερα το ζήτημα θερμαίνεται στη φάση που και οι δυο χώρες ενταγμένες βαθιά στην αμερικανική εξάρτηση πιέζονται για την ένταξη στη στρατιωτική συμμαχία και στην ΕΕ. Τα πρόσφατα συλλαλητήρια στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα έδειξαν μια αμυντική γραμμή στο πλαίσιο της ίδιας εξάρτησης παρ’ όλο που εθνικιστικές οργανώσεις ειδικά την περίοδο που η Χρυσή Αβγή έχει χάσει το ρόλο της έδρασαν ανεξέλεγκτα με θύμα την πυρπόληση αναρχικής κατάληψης στη Θεσσαλονίκη. Η περίπτωση της πΓΔΜ είναι επίσης χαρακτηριστική αφού οι αμερικανοί και η ΕΕ υποστηρίζουν ένα εθνικισμό έναντι μιας χώρας που βρίσκεται στη συμμαχία τους ενώ υποδαυλίζουν, έμμεσα έναν άλλο, τον αλβανικό, μέσα στην ίδια τη χώρα που αποτελεί επιρροή τους.

Τα πράγματα γίνονται πιο σύνθετα από την πλευρά της Βουλγαρίας που έχει αναγνωρίσει τη «Μακεδονία» διότι τη διεκδικεί από την ιστορική επιρροή της Σερβίας. Έτσι μικρές κυρίως οργανώσεις βουλγαρικές διεκδικούν κυρίως σε επετείους και ιστορικά συνέδρια τη «Μακεδονία» ως βουλγαρικό έδαφος ενώ κατά καιρούς επεκτατικές κορώνες γίνονται αποδεκτές όπως στην περιπέτεια του 2001 όπου ο πρόεδρος της Βουλγαρίας προθυμοποιήθηκε να στείλει στρατό στην πΓΔΜ για την καταστολή της αλβανικής εξέγερσης. Από την άλλη το φιλορωσικό ΑΤΑΚΑ είναι ένα ισχυρό κόμμα το οποίο είχε μια ευρωσκεπτικιστική, αντιαμερικανική και σφόδρα αντιτουρκική πολιτική. Αποτελεί ισχυρό πόλο για την καταπίεση της τουρκικής μειονότητας η οποία αριθμεί το 10% του συνολικού πληθυσμού της χώρας και αντιδρά στα τεμένη που χτίζονται με την επιρροή της Τουρκίας. Έχει στρατιωτική αισθητική, αντιτίθεται στην εγκατάσταση αμερικανικών βάσεων και αντιδρά στις ξένες επενδύσεις στη χώρα. Τέλος ήταν ο μοναδικός παράγοντας που έφερε στην επικαιρότητα τις τουρκικές αποζημιώσεις για τους βούλγαρους πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη που εκδιώχθηκαν το 1919. Οι 20 αρχές του κόμματος αυτού αφορούν τον εκβουλγαρισμό της κοινωνίας μέσω της εκπαίδευσης, της οικονομίας και της προώθησης της βουλγαρικής ορθόδοξης παράδοσης. Τη θέση του όμως στις μέρες μας κληρονόμησε μια πλατιά συμμαχία της τάξεως του 10%, της Βουλγαρικής Εθνικής Κίνησης, με ηγέτη τον Καρακατσάνοφ που έγινε υπουργός Αμύνης σε κυβέρνηση συνεργασίας με το κόμμα του Μπορίσοφ. Το κόμμα αυτό πρωταγωνίστησε σε κινήσεις εναντίον των προσφύγων κατά μήκος των συνόρων Τουρκίας-Βουλγαρίας ενώ έδειξε τις δυνάμεις του στα σύνορα και απέναντι σε ψηφοφόρους του φιλοτουρκικού κόμματος απαγορεύοντας τους να ψηφίσουν. Οι αντιλήψεις του Καρακατσάνοφ ο οποίος ίδρυσε το «αυθεντικό» VMRO είναι αντισημιτικές και αλυτρωτικές. Τη διπλανή χώρα, τη θεωρεί βουλγαρικό έδαφος προβάλλοντας την ιστορική συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Δυο ενδεικτικά γεγονότα: Στο Καϊμακτσαλάν η ακόλουθη καταστροφή και η ανέγερση επίσης μνημείου για βούλγαρους πεσόντες σε περίοδο κατοχής της πΓΔΜ από τη Βουλγαρία, είναι το συμβολικό αντίστοιχο των Ιμίων γεγονός. Επίσης πήρε σοβαρές διαστάσεις όταν ο Πούτιν σε πρόσφατες δηλώσεις του μίλησε για τον εκχριστιανισμό και εγγραματισμό των σλάβων που ξεκίνησε από τη «Μακεδονία» την οποία υπερασπίζεται έναντι της βουλγαρικής αποστασίας προς το ΝΑΤΟ.

Αντίστοιχο με τα βουλγαρικά εθνικιστικά κόμματα, είναι αυτό του Βόισλαβ Σέσελι ενός διαβόητου εγκληματία πολέμου, το Σερβικό Ριζοσπαστικό Κόμμα, που έχει μια «ενδογενή», φιλορωσική εθνικιστική αντίληψη και αντιτίθεται δυναμικά στις αποφάσεις της κυβέρνησης για συνεργασία με τις διεθνείς οργανώσεις ΝΑΤΟ, ΕΕ, κλπ. Η θεματολογία του κόμματός του βασίζεται στη διεκδίκηση του Κοσόβου ή του σερβικού τμήματός του, των σερβικών εδαφών από την Κροατία, τη Βοσνία ενώ διατείνεται ότι πρέπει να διωχθεί η αλβανική μειονότητα στο Πρέζεβο. Οι θέσεις του, τις οποίες εξέφρασε στο παρελθόν τόσο ο «αποστάτης» Νίκολιτς όσο και ο «αποστάτης» Μιλόσεβιτς, αντλούν από το παρελθόν των τσέτνικ και από τον σερβικό μεγαλοϊδεατισμό. Οι πρώτες οργανώσεις με στρατιωτικό χαρακτήρα ήταν αυτές των σέρβων στην Κροατία που βασίστηκαν στην αυτοάμυνα από τις διώξεις της κροατικής ανεξαρτησίας, συμπαρατασσόμενοι με τον ομοσπονδιακό στρατό που ήταν υπό την καθοδήγηση της τότε κυβέρνησης της Σερβίας διαπράττοντας φρικτά εγκλήματα. Αργότερα αναπτύχθηκαν παντού παραστρατιωτικές ομάδες οι οποίες άλλοτε συνεργάζονταν κι άλλοτε παρέκαμπταν την επίσημη στρατιωτική αρχή. Δεκάδες οπλαρχηγοί όπως π.χ. ο Αρκάν, ανέπτυξαν ομάδες οι οποίες στην Κροατία και στη Βοσνία διαδραμάτισαν ρόλους προστασίας των σερβικών μειονοτήτων και εξαφάνισης των άλλων. Αντίστοιχα και οι Κροάτες έφτασαν στη δημιουργία ομάδων αυτοάμυνας και επίθεσης στους σέρβους.

Η εθνοκάθαρση στη Σρεμπρένιτσα και στην Κράινα είναι τα δυο σύμβολα αυτών των παράλογων εθνικισμών που ωθήθηκαν εκείνη την περίοδο. Αυτές οι ομάδες αποτέλεσαν το πρώτης τάξεως υλικό για τη μετέπειτα πορεία τους στην πολιτική «ομαλότητα» και στην αποδοχή της νομιμοποίησης των διεκδικήσεων. Για αυτό και ακόμα γιορτάζονται, επίσημα, στην Κροατία γεγονότα μνήμης υπέρ των συνεργατών των ναζί, γεγονός που δείχνει τάσεις απορρόφησης εκ μέρους του συστήματος των ιδεολογικών γραμμών της άκρας δεξιάς. Έτσι στην επίσημη σημαία επανήλθε το περιεχόμενο του θυρεού επί κατοχής και ναζιστικής διοίκησης των Ουστάσι, ο ίδιος εθνικός ύμνος της κατοχικής περιόδου της «διοίκησης της Κροατίας» καθώς και οι στολές των Ουστάσι. Τέλος αγιοποιήθηκε ο καρδινάλιος Στέπινατς, γνωστός για την εμπλοκή του στην γενοκτονία των Σέρβων.

Στην πραγματικότητα η πολιτική ηγεσία της Κροατίας με τον Φράνιο Τούτζμαν ήταν αρκετή για την προώθηση εθνικιστικών εξάρσεων που έφτασαν μέχρι και την εθνοκάθαρση των σέρβων της Κράινα. Λογική εθνικισμού επίσης διαπνέει και την ηγεσία της σερβικής δημοκρατίας της Βοσνίας αφού οι ύπατοι αρμοστές πλειοδοτούν υπέρ της κροατομουσουλμανικής κοινότητας. Οι απειλές για δημοψηφίσματα αποσχιστικά στη δημοκρατία της Σρπσκα και ενωτικά με τη Σερβία λαμβάνουν χώρα ακόμα και αυτήν την περίοδο. Μετά τις αμερικανικές βόμβες το καλοκαίρι του 1995, μετά τη συμφωνία του Ντέιτον, η ύπατη αρμοστεία που έχει τον καθοριστικό ρόλο της αρνησικυρίας καθώς και ο διεθνής στρατός καταστολής είναι παράγοντες που ευνοούν κυρίως την ισλαμοκροατική σύμπνοια μετά από τις απόπειρες του Ιζετμπέγκοβιτς για ένα ισλαμικό κράτος στα Βαλκάνια, υπάρχει η περίπτωση ενεργοποίησης του σερβικού θύλακα. Δεν πάει καιρός που στη Μπάνια Λούκα ο ηγέτης των σερβοβοσνίων Ντόντικ μετά από στρατιωτική παρέλαση δήλωσε πως «Σπρσκα και Σερβία είναι ένα», ενώ ο Πούτιν την ίδια περίοδο δήλωνε εγγυητής της ορθόδοξης κληρονομιάς στο Κοσσυφοπέδιο.

Αντίθετα με άλλες περιπτώσεις όπως της αλβανικής, τα εθνικιστικά κόμματα της Βουλγαρίας και της Σερβίας αντλούν την επιχειρηματολογία τους από την ιστορική αντίσταση τόσο εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και από την αντίσταση εναντίον της σύγχρονης Νέας Τάξης, σε κράτη για τα οποία έχει προδιαγραφεί ο ρόλος τους. Από μια άποψη αυτά αποτελούν μεγάλο κίνδυνο αφού όπως και η Χρυσή Αβγή στην Ελλάδα προβάλουν μια αντισυστημική παρουσία παίρνοντας, με το μέρος τους, ένα τμήμα της αντίδρασης και της αγανάκτησης από τις αρνητικές επιδράσεις που έχουν οι επιλογές του νεοφιλελευθερισμού καθώς και τα γεωπολιτικά σχέδια της Δύσης. Αυτές οι συσσωματώσεις αποτελούν και το έδαφος στο οποίο στήνεται ενίοτε η ιδεολογική παρουσία της Ρωσίας ως παράγοντας υποστήριξης στα «καταπιεσμένα έθνη» από τη Δύση. Η κοινή εκκλησιαστική ορθόδοξη παράδοση στην επιθετική της διάσταση είναι αυτή που επίσης ενώνει αυτά τα κινήματα δίνοντας και ταυτοχρόνως ένα περιεχόμενο στη δράση τους.

Στη Ρουμανία μια ξεχωριστή περίπτωση είναι αυτή του κόμματος της Μεγάλης Ρουμανίας. Ο Βάντιμ Τουντόρ, ηγέτης του κόμματος που δεν ζει πια, ήταν υμνητής του Τσαουσέσκου και επιζητούσε την προσάρτηση της Μολδαβίας, φερόταν κατά της τσιγγάνικης κοινότητας καθώς και κατά των ούγγρων που διαμένουν στα ρουμανικά εδάφη και αριθμούν περί του 1.500.000 καθώς η εκλογή Ορμπάν στην Ουγγαρία έχει επιφέρει αναθέρμανση του ουγγρικού ζητήματος στη Ρουμανία. Αντλώντας το ιδεολογικό του οπλοστάσιο από το παρελθόν της «Μεγάλης Ρουμανίας» του βασιλιά Αντωνέσκου και της φάλαγγας του Κοντρεάνου που διαδραμάτισε πολύ σοβαρό ρόλο στην κατοχή ως συνεργάτης, το κόμμα «Μεγάλη Ρουμανία» συντηρεί ένα άσβηστο εθνικισμό και επιθετική ρητορική για τις διπλανές χώρες. Η ανάπτυξη όμως που έχει πάρει τα τελευταία χρόνια η Ρουμανία με αποτέλεσμα την βελτίωση του επιπέδου ζωής και ιδιαίτερα στις πόλεις έχει περιορίσει την επιρροή του. Όμως η κρίση είναι δομικό στοιχείο και το αβγό του φιδιού γεννάει στις κατάλληλες περιστάσεις. Στις μέρες μας ένας νέος σχηματισμός στη Ρουμανία που ονομάζεται «εθνική δύναμη» αντλεί έμπνευση από το κόμμα της Λεπέν «Εθνικό Μέτωπο» στη Γαλλία, με ηγέτη τον Λαυρέντιο Ρεμπάγκα, ευρωβουλευτή της ομάδας «Ευρώπη των Εθνών και της Ελευθερίας».

Αντίστοιχα και στην περίπτωση της Δυτικής Θράκης, από ελληνικής πλευράς απέναντι στη συστηματική επέμβαση του τουρκικού προξενείου με τη χρήση σημαιών της «Αυτόνομης Δυτικής Θράκης» και του συστηματικού εκτουρκισμού του μουσουλμανικού στοιχείου των πομάκων και των τσιγγάνων, κυριαρχεί ο λόγος της Χρυσής Αβγής που δυσχεραίνει τις καταστάσεις. Η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης είναι χώρος επισκέψεων τόσο της νέο-οθωμανικής νομενκλατούρας όσο κι εθνικιστικών κύκλων όπως του κόμματος των Γκρίζων Λύκων.

Εν ολίγοις τα άλυτα εθνικά ζητήματα εν μέσω πατροναρίσματός τους από τη δυτική αποικιοκρατία, τη ρωσική ηγεμονία και τη νεοθωμανική επέκταση αναθερμαίνονται και ταυτόχρονα κατευνάζονται σε έναν ανταγωνισμό δυνάμεων που υπονομεύουν ή στηρίζουν ξεχωριστά χώρες, συνασπισμούς ή μειονότητες. Απέναντι στη χειραγώγηση των κρατών ή των εξωθεσμικών δυνάμεων, το οριζόντιο κίνημα είτε αρνείται στο όνομα μιας μεταφυσικής επαναστατικής λογικής είτε παρεμβαίνει με έναν ανιστόρητο αντιεθνικισμό επικρίνοντας μονόπλευρα τον κάθε εσωτερικό παράγοντα. Μη έχοντας άλλο εργαλείο εκτός από έναν χωρίς περιεχόμενο αντιεθνικισμό-αντιρατσισμό-αντιφασισμό επενδύει σε κάθε περίσταση στην αντιπαράθεση με κάθε ακραία σοβινιστική φωνή της χώρας του. Η μεταφορά συνθημάτων ενός –όχι πια- πρωτότυπου διεθνισμού είναι χαρακτηριστική της εποχής, όπως αυτών που αναγράφηκαν σε τοίχους στο Μοναστήρι (Μπίτολα) της «Μακεδονίας»: Να πεθάνει η Μακεδονία να ζήσουμε εμείς-Η Μακεδονία ανήκει στις αρκούδες της!

Η «ιμπεριαλιστική» Ελλάδα

«Όταν η συμφορά συμφέρει, λογάριαζέ την για πόρνη» Ο. Ελύτης

Η πλευρά των αναρχικών στην Ελλάδα, την εποχή που κατάρρεε το βαλκανικό οικοδόμημα του σοσιαλισμού, δικαιώθηκε πως «ίδια είν’ τα αφεντικά, δεξιά κι αριστερά». Όμως δεν μπορέσαμε, ως μη έχοντες δομές και πρόταγμα, να πραγματοποιήσουμε σοβαρές τομές. Τομές όχι μόνο για το τέλος της δικής μας μεταπολίτευσης, της οποίας αν και έχει βγει η ψυχή δε βγαίνει το χούι, αλλά και για την αρχή του τέλους μιας παράλογης και άθλιας οργάνωσης του κόσμου ειδικά σε μια περίοδο που η ρευστότητα ξεκίνησε να είναι ο κανόνας της. Τα γειτονικά μας Βαλκάνια έγιναν, για μας, ο γεωγραφικός χώρος που η «ιμπεριαλιστική» Ελλάδα επεκτείνεται, έγιναν το πρωτοφανές ενδιαφέρον για το βαλκάνιο μετανάστη στην Ελλάδα με αρνητική απόληξη στους «έλληνες», έγιναν τα δυο μέτρα και δυο σταθμά απέναντι σε εθνικούς πολέμους στη Γιουγκοσλαβία, έγιναν η μονόπλευρη παρουσίαση για τη Σρεμπρένιτσα εναντίον των σέρβων και κάποιων ελλαδιτών φασιστών που συνέτρεξαν αυτούς. Με τη συνήθη μέθοδο της μικροϊστορίας που απαλείφει την κεντρική αφήγηση, έγιναν το ιδεολογικό πεδίο στιγματισμού της «ισχυρής Ελλάδας» των δημαγωγών του εκσυγχρονισμού που υπερηφανεύονταν για την αύξηση του ΑΕΠ από την εργασία των μεταναστών νομιμοποιώντας τμήμα της χώρας ως δουλοκτητικό, στο όνομα της εξομάλυνσης της ζωής των μεταναστών.

Η μονόπλευρη αυτή αλλοεθνικιστική, αφήγηση, αρνήθηκε να συμπεριλάβει στο πεδίο της κριτικής της, τις αναθεωρητικές-αλυτρωτικές τάσεις μέσα στις χώρες αυτές όπου διαβιούν εθνικές μειονότητες σε κάθε γειτονικό εθνικό κράτος, αρνήθηκε να ασχοληθεί με τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας ή των ελλήνων που διαβιούν σε άλλες χώρες, αρνήθηκε να ασχοληθεί με τις άλλες εθνοκαθάρσεις όπως αυτήν στην Κράινα που θύματα ήταν οι σέρβοι αλλά και η μεγαλύτερη μέχρι τότε μεταπολεμική μετακίνηση προσφύγων, αρνήθηκε να ασχοληθεί με τις επεκτατικές νέο-οθωμανικές τάσεις της Τουρκίας η οποία βασίστηκε στο περίφημο «ισλαμικό τόξο» αλλά κυρίως απέφυγε ως «ο διάολος το λιβάνι» τις αναφορές στον ιμπεριαλισμό και στην αποικιοκρατική στρατηγική χωρών της ανεπτυγμένης Ευρώπης και των ΗΠΑ. Αντίθετα: η Ελλάδα έγινε το απόλυτο κακό, η επίσημη αφήγηση εξουδετερώθηκε εξ ολοκλήρου ως «εθνικιστική» και ένας αέρας ανοχής φύσηξε για όποιες συμπεριφορές διαφορετικές προκαλούν το κοινό αίσθημα. Οι συμπεριφορές αυτές αλλά και η συναίνεση σ’ αυτές απέκτησαν διαβατήριο ιδεολογίας ενώ η όποια κριτική σε αυτές βαφτιζόταν συλλήβδην ως ρατσιστική ή εθνικιστική-φασιστική. Έτσι, δεν καταφέραμε να χτίσουμε γέφυρες με τους μετανάστες μας και με τις γλωσσικές, θρησκευτικές και εθνικές μειονότητες στα Βαλκάνια, διότι για να χτίσεις γέφυρες οφείλεις να εντοπίσεις και τις όχθες. Ένα ανιδιοτελές κοινωνικό κίνημα βάσης και δρόμου προσανατολίστηκε όχι στο «με τους μετανάστες» αλλά στο «για τους μετανάστες», με μια μυωπική θετική ματιά στις γλωσσικές, θρησκευτικές και εθνικές μειονότητες που ζουν στην Ελλάδα αλλά όχι στις ελληνικές μειονότητες που ζουν στις όμορες χώρες, σε καταγγελίες για τον Μέγα Αλέξανδρο στα πρόθυρα του 2.000 μ.Χ. κι αδιαφορώντας που η γειτονική χώρα, επίσημα και συνταγματικά, μετατρεπόταν σε διεθνές κέντρο «μακεδονισμού». Αδιαφορώντας εν τέλει για τη διεθνή ηγεμονία που ως επιτηρητής των διαφορών κατάφερνε και συνεχίζει να καταφέρνει τη βαλκανική διαίρεση καβαλώντας, εναλλακτικά, το ένα ή το άλλο άλογο για να πετύχει το στόχο της: την περεταίρω διαίρεση.

Επίσης, ο «χώρος» προσανατολίστηκε σε κανονιστικά πρότυπα της μεταμοντέρνας αφήγησης, σε θεωρίες των ίσων αποστάσεων, σε παραθεωρήσεις που συνοδοιπορούσαν με ευρωπαϊκές σκοπιμότητες που συνέπιπταν με την κατευναστική πολιτική προς τους αναθεωρητικούς παράγοντες της περιοχής και ιδιαίτερα προς την Τουρκία. Το αποτέλεσμα ήταν να συρθεί, το κίνημα βάσης -οριζόμενο στην παρούσα ως ένα ευρύ, οριζόντιο δίκτυο συσσωματώσεων και ξεχωριστών προσώπων- σε ένα διαρκή αντίλογο και σύγκρουση με τον εγχώριο φασισμό κι ακόμα με την όποια εκδοχή πατριωτισμού ή ψύχραιμης ανάλυσης τόνιζε για την ιδιαιτερότητα της ευρύτερης περιοχής μας. Από την εποχή εκείνη οι διάφοροι επίδοξοι Φίρερ συνέθεταν μια νέα αφήγηση εν μέσω παγκόσμιας κρίσης, βασισμένης τόσο στις αντικομμουνιστικές της διαθήκες όσο και στις νέες «αντιιμπεριαλιστικές» δημαγωγικές παρακαταθήκες όπως π.χ. του Ανδρέα πως «η Ελλάδα ανήκει στους έλληνες». Για αυτό και δεν τα κατάφερε να χτίσει –πέρα από φαεινές εξαιρέσεις- θεμέλια ενός διεθνιστικού κινήματος ντόπιων και ξένων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ιδεολογικής τύφλωσης απέναντι στο φαινόμενο μαζικής ενσωμάτωσης των μεταναστών ήταν η χρόνια υποβάθμιση ζητημάτων όπως η απόκτηση χαρτιών ή απέναντι σε προ(σ)κλήσεις όπως π.χ. του φόρουμ αλβανών μεταναστών που διατεινόταν πως «είμαστε όλοι ντόπιοι» το κίνημα επέμενε «είμαστε όλοι ξένοι». Έτσι δίπλα στο γεγονός ότι οι μεταναστευτικές κοινότητες ήταν ευάλωτες και παράλληλα οχυρωμένες στις εθνικές-θρησκευτικές τους ταυτότητες, η λειτουργία της ανοχής λειτούργησε στην ανάπτυξη παράλληλων κόσμων που μοιραία συγκρούονται. Και σ’ αυτή τη φιλελεύθερη συνθήκη το πρώιμο αντίφα κίνημα υποκλίθηκε. Η παρουσία ελάχιστου ποσοστού μεταναστών σε συνθετικές κινηματικές διεργασίες δείχνει του λόγου το αληθές.

Απέναντι σε μια ολική επαναφορά στο τραγικό παρελθόν των βαλκανικών πολέμων που αν δεν έφτιαξαν σύνορα με ευθείες γραμμές όπως στην Αφρική δημιούργησαν με την στρατιωτική πολιτική και οικονομική εποπτεία των μεγάλων δυνάμεων ένα εκρηκτικό μίγμα μειονοτήτων και εθνικών-αναθεωρητικών εντάσεων, τα μάτια του «χώρου» ή όπως αλλιώς ονομάζεται, εστίασαν στα μειονεκτήματα και στις σκοτεινές πλευρές της Ψωροκώσταινας-Κωλοπετεινίτσας που βίωνε τους ρυθμούς μιας βραχύβιας εμπορο-παρασιτικής ανάπτυξης και ευμάρειας στις πλάτες της φτηνής εργασίας των βαλκάνιων μεταναστών. Η Ψωροκώσταινα-Κωλοπετεινίτσα θα έπαιζε το ρόλο ενός δευτερεύοντος ιδεολογικού μοχλού για τις στρατιωτικές επεκτάσεις της Δύσης στην Κεντρική Ανατολή, θα έπαιζε το ρόλο του σταθεροποιητικού και δήθεν ηγεμονικού παράγοντα στα Βαλκάνια. Αυτή που μετά από μια δεκαετία ανάπτυξης και τρελών ρυθμών οικονομίας μετατράπηκε, ραγδαία, σε μια θλιβερή αποικία χρέους και σήμερα σε οικονομικό προτεκτοράτο, δεχόμενη απειλές σε όλο σχεδόν το μήκος των συνόρων της.

Η «ισχυρή» Ελλάδα-η θέση της στα Βαλκάνια

«Εάν η Ελλάδα και η Τουρκία δεν λάμβαναν τη βοήθεια, τότε ήταν αναπόφευκτο να πέσουν στον κομουνισμό κι αυτό θα άνοιγε τον ασκό του Αιόλου για όλη την περιοχή». Πρόεδρος των ΗΠΑ, Χάρι Τρούμαν, 12 Μαρτίου 1947

«Κύριε, όχι μ’ αυτούς. Ας γίνει αλλιώς το θέλημά σου». Γιώργος Σεφέρης

Η Ελλάδα ως ιστορικός χώρος από την αρχαιότητα μέχρι τη μικρασιατική καταστροφή του 1922 είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στα Βαλκάνια σε διάφορες πτυχές και τομείς. Τόσο οι εθνικορομαντικές αφηγήσεις της «αδιάλειπτης συνέχειας του έθνους» ή ακόμα χειρότερα της «φυλής» όσο και οι μαρξιστικές-φιλελεύθερες αντιλήψεις για την «κατασκευή του έθνους στη νεωτερική εποχή», απέτυχαν να ερμηνεύσουν την ελληνική περίπτωση αλλά και γενικότερα τα Βαλκάνια. Οι ιδιοπροσωπίες μας δεν είναι ούτε «αδιάλειπτες συνέχειες» ούτε «κατασκευές της νεωτερικής περιόδου». Τα έθνη στα Βαλκάνια δεν κατασκευάστηκαν από τα κράτη, σημείωσαν όμως ασυνέχειες αλλά και συνέχειες που αφορούν το κοινό αίσθημα του ανήκειν.

Μετά το τραγικό τέλος του βαλκανικού οράματος του Ρήγα που σηματοδοτούσε το τέλος μιας ανεξάρτητης δημοκρατικής και πολυεθνικής πολιτικής οργάνωσης της ευρύτερης περιοχής, οι στρατιωτικοπολιτικές δυνάμεις κάθε έθνους ανέλαβαν την ευθύνη για την ανεξαρτησία του έχοντας δίπλα και ενάντια τους τις μεγάλες δυνάμεις. Το ελληνικό έθνος έχοντας δίπλα του και ενάντιά του τις μεγάλες δυνάμεις στο πλαίσιο οξύτατων ανταγωνισμών για τη διατήρηση ή την διάλυση της Αυτοκρατορίας απέκτησε ένα ημιανεξάρτητο κράτος. Μετά τους καταστροφικούς βαλκανικούς πολέμους, μετά από την αντίσταση κατά της γερμανικής-ιταλικής-βουλγαρικής-αλβανοτσάμικης κατοχής, οι αντιστεκόμενοι έλληνες ηττήθηκαν από την αγγλική στρατιωτική επέμβαση και αργότερα από την αμερικανική δύναμη που στήριξε αποτελεσματικά σε στρατιωτικό και οικονομικό επίπεδο την ελλαδική άρχουσα τάξη. Με τη χρήση ναπάλμ στο Γράμμο, που σηματοδότησε παγκοσμίως την πρώτη πράξη ψυχρού πολέμου, η Ελλάδα πέρασε στο δυτικό στρατόπεδο συνάπτοντας υποχρεωτική φιλία με την Τουρκία στο κοινό σχέδιο αντιμετώπισης του κοινού κομουνιστικού κινδύνου, δια μέσου του δόγματος Τρούμαν, για στρατιωτική βοήθεια.

Αυτό το δόγμα που συνοδεύτηκε από μια γενναία χρηματοδότηση του σχεδίου Μάρσαλ, το οποίο επέκτεινε την εξάρτηση, υπονομεύτηκε από ένα σημαντικό τμήμα του ελληνικού λαού ενάντια σε μια άρχουσα τάξη η οποία διαιρέθηκε στη βάση προσωπικών και κομματικών συμφερόντων ή έξωθεν κατευθύνσεων έξωθεν. Οι ταξικοί και κοινωνικοί αγώνες δίπλα στην υποστήριξη για την αυτοδιάθεση της Κύπρου υπονόμευσαν κάθε έννοια δυτικού προσανατολισμού της χώρας. Όταν μάλιστα ένα διακριτό τμήμα της άρχουσας τάξης προσπάθησε να φέρει κάποια προσκόμματα στις αποικιακές οικονομικές συμβάσεις ή να διασαλεύσει σε κάποιο βαθμό τη νεοαποικιακή πολιτική στην Κύπρο, η χούντα ως κρυφό χαρτί των αμερικανών ήρθε να αποτελειώσει την ελληνική άνοιξη του ’60. Μέχρι και την περίοδο της μεταπολίτευσης η άρχουσα τάξη μιλούσε για το «σιδηρούν παραπέτασμα» και οι εχθροί της, από κάθε σχεδόν εκδοχή, μιλούσαν για τις σωτήριες λύσεις του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Στο μεταξύ υπήρχαν διπλωματικές αντιπροσωπείες οι οποίες κανόνιζαν εμπορικές συμφωνίες-μέχρι και προξενείο δημιουργήθηκε το 1971 μεσούσης της χούντας στα Τίρανα. Όμως η έλλειψη δυνατότητας μετακίνησης και της επικοινωνίας, ο μεταπολεμικός αντικομουνιστικός θρίαμβος σε όλες τις εκδοχές της καθημερινότητας ή από την άλλη η επιθετική ορολογία για τη «μοναρχοφασιστική Ελλάδα», απέκλειαν κάθε δυνατότητα γνωριμίας με τα άγνωστα Βαλκάνια.

Μετά τη μεταπολίτευση ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός του Καραμανλή και ταυτοχρόνως μιας διατήρησης του αμερικανικού κεκτημένου, τόσο για την εξομάλυνση της υπόθεσης του κυπριακού και των απειλών της Άγκυρας στο Αιγαίο όσο και για τη συνέχιση του «ανήκωμεν εις την Δύσιν» ως αντίβαρου συνθήκης ασφάλειας, σύνθεσε έναν παλιό διχασμό της άρχουσας τάξης και δόθηκαν περισσότερες ευκαιρίες γνωριμίας. Οι αντιφατικές πληροφορίες, όμως, δεν έδιναν την κατάλληλη δυνατότητα καθότι προέρχονταν από διαφορετικές ιδεολογικές ερμηνείες. Επισήμως οι διπλωματικές σχέσεις βελτιώθηκαν και έφτασαν ακόμα και στην περίκλειστη Αλβανία που συμμαχούσε με χώρες που βρισκόντουσαν στο άλλο σημείο του χάρτη, στα 1987, για να αρθεί έστω και με συμβολισμούς ή δηλώσεις, το «εμπόλεμο». Οι σχέσεις των λαών όμως παρέμειναν αδρανείς μέχρι και τη δεκαετία του ‘90 αφού στον χάρτη των ελλαδικών κινημάτων υπήρχε η σχετικά κοντινή Παλαιστίνη και η μακρινή Λατινική Αμερική. Από τις παρατάξεις της άρχουσας τάξης κάθε ανεξαρτησιακή τάση εκλαμβάνονταν ως ανάρμοστη πράξη για τους προστάτες της Ελλάδας ενώ από την αριστερά κάθε κριτική προς τις σοσιαλιστικές χώρες εκλαμβανόταν ως «νερό στο μύλο της αντίδρασης».

Από την εποχή εκείνη και μετά, εποχή που αποτελεί τομή για την πλήρη ένταξη της Ελλάδας στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς με πολιτικούς όρους, η Ελλάδα μέσω της ΕΕ διαδραμάτισε έναν πρωταγωνιστικό ρόλο μέχρι και τα πρόθυρα της ελλαδικής κρίσης. Έτσι η Ελλάδα, ήταν ένα από τα οχήματα της ΕΕ και του ΝΑΤΟ για την ένταξη των Βαλκανίων στους διεθνείς πολιτικούς, οικονομικούς και στρατιωτικούς οργανισμούς της Δύσης. Είτε με τη συμβολή της στην αποσταθεροποίηση της Γιουγκοσλαβίας δια μέσου του σούπερ πατριώτη Αντώνη Σαμαρά, υπουργού εξωτερικών το 1991 που συμφώνησε επίσημα στη διάλυσή της-άρα και στη δημιουργία του σημερινού «μακεδονικού ζητήματος», είτε με τη συμβολή της στη «σταθερότητα» της Βαλκανικής ως χώρας μέλους με εμπειρία στους «δημοκρατικούς θεσμούς και στην ελεύθερη οικονομία» ήταν η χώρα με μια σημαντική και διακριτή διείσδυση μιας ελίτ που ωθήθηκε από την ΕΕ. Επενδύσεις ελλήνων αφεντικών, τραπεζών κλπ. σε μια περίοδο που η ελληνική οικονομία ήταν περισσότερο σταθερή και κερδοφόρα από ποτέ, σε αριθμούς που δεν εξέφραζαν την κατευθυνόμενη παραγωγική της καταπόντιση, ήταν η ευκαιρία για αετονύχηδες εμποροπαρασιτικούς-τραπεζιτικούς οίκους να διαπρέψουν στα Βαλκάνια και μάλιστα όταν η Ελλάδα ήταν η χώρα προορισμού εκατοντάδων χιλιάδων βαλκάνιων μεταναστών. Αυτή ήταν η «ισχυρή» Ελλάδα της είσπραξης της καρπαζιάς που έλεγε «ευχαριστώ» στις ΗΠΑ για τη μεσολάβησή τους στην κρίση των Ιμίων, της κουμπαριάς με τους οθωμανούς δυνάστες, με δώρο το κεφάλι του ηγέτη των κούρδων Οτζαλάν.

Έτσι από τη μια δημιουργήθηκε ένα σχεδόν δουλοκτητικό ευρύ στρώμα στην Ελλάδα και από την άλλη συστάθηκε μια αποικιοκρατική ομάδα στα Βαλκάνια-η ίδια που κερδοσκοπούσε εις βάρος των ελλήνων με τα χρήματα του κράτους και της ΕΕ και μάλιστα χωρίς τις καταβολές οφελών που διαπνέει μια αποικιοκρατική παράδοση. Δηλαδή τα «οφέλη» για το εσωτερικό από τις επενδύσεις στο εξωτερικό. Αντίθετα, με χρήματα της ΕΕ και διευκολύνσεις του ελληνικού κράτους εξασφάλιζε, αυτή η ομάδα, την αύξηση των περιουσιών των μελών της και κυρίως σε τομείς που γνώριζαν ή πρόβαραν: τις υπηρεσίες, κι αυτές κυρίως στις τηλεπικοινωνίες και στις τράπεζες, στο εμπόριο και σε κάποια συγχρηματοδοτούμενα μεγάλα έργα.  Σε σχέση με την οικονομία επίσης οφείλει να συμπεριληφθεί η άνοδος και η κατάρρευση της βιομηχανικής-βιοτεχνικής-γεωργικής επένδυσης η οποία βασίστηκε σε φτηνά βαλκανικά χέρια για να καλύψει το έλλειμμα του οργανωτικού και τεχνολογικού εκσυγχρονισμού, κατάρρευση που προκλήθηκε και από την είσοδο της Κίνας, της Γερμανίας και της Τουρκίας στις αγορές των Βαλκανίων. Για αυτό και η παραγωγική αποτυχία πλήττει και τις ίδιες τις τράπεζες με άμεσες συνέπειες στους πληθυσμούς.

Από την άλλη με διαφορές χρόνου η Ελλάδα βρέθηκε μαζί με κάποιες χώρες των Βαλκανίων σε όλους τους επεκτατικούς πολέμους της Δύσης αλλά και ως συμμέτοχος σε κοινές στρατιωτικές αποστολές. Η συμβολή της σ’ αυτές, πέρα από την γενική αντίθεση του συνόλου του πληθυσμού στην Ελλάδα, ήταν σε ρόλους κυρίως δευτερεύοντες χρησιμοποιώντας -σε μια μόνο των περιπτώσεων- το δικαίωμα της αρνησικυρίας για την περίπτωση του ονόματος της διπλανής χώρας. Αντίθετα σε κάθε απειλή της Τουρκίας η κατευναστική της πολιτική ως πολιτικής ένταξής της στο κλαμπ του σύγχρονου κόσμου του εμπορίου και του χρήματος που κατευνάζει τα πάθη, ήταν καίριος, τόσο για την αποδυνάμωσή του όσο και για την ισχυροποίηση της γειτόνισσας χώρας που προσποιούταν πως άλλαζε. Τα παραμύθια για την «ισχυρή Ελλάδα» ή οι επαναστατικές κανονιστικές θεωρήσεις για την «ιμπεριαλιστική Ελλάδα» αποδείχθηκαν τουλάχιστον λάθος και στην χειρότερη περίπτωση ξέφτισαν. Έτσι την περίοδο του ξεσπάσματος της ελλαδικής κρίσης ήδη από το 2007, η Ελλάδα βρέθηκε σταδιακά μέχρι και σήμερα, από παράγοντας των Βαλκανίων σε μια ανασφαλή από κάθε άποψη χώρα. Η μεταπολίτευση της παρασιτικής κατεύθυνσης σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής και οργάνωσης, μέσω της διεθνούς επιτήρησης σήμερα, κατέδειξε τον πραγματικό ρόλο της χώρας.

Οι τελευταίες ενδείξεις αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Πέρα από τις απειλές της Τουρκίας και την ελληνοαλβανική διένεξη, οι νέες διαπραγματεύσεις δήθεν για το όνομα της πΓΔΜ, οι προθέσεις για την αναγνώριση του Κοσόβου, η με υποδείξεις συνέχιση του αποκλεισμού της Ρωσίας, η επίσημη στήριξη της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ για όσες επεμβάσεις πραγματοποιεί στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, η κατάρρευση του δικτύου τραπεζών, η σημαντική ύφεση όλων των οικονομικών δραστηριοτήτων στα Βαλκάνια, ο ρόλος του κομπάρσου μιας γερμανικής θεότητας σε βαλκανικές διασκέψεις, η απίστευτη ροή υποδοχή στη χώρα εκατοντάδων χιλιάδων δυστυχισμένων προσφύγων με την Ελλάδα ως χώρα εισόδου, η κατάρρευση του κοινωνικού κινήματος 2010-2012, η αμηχανία και προσαρμογή του ελλαδικού πληθυσμού σε λύσεις περεταίρω αποικιοποίησης της χώρας, η αφωνία σε όλους τους διεθνείς οργανισμούς που συμμετέχει, διαλύουν κάθε «εθνικό» μύθο ή αλλοεθνικιστική «επαναστατική» παραθεώρηση.

«Και τι δεν κάναμε για αυτήν την πατρίδα! Άλλοι μας πεθάναμε κι άλλοι μας εκφωνήσαμε λόγους» Ορχάν Βελή Κανίκ, τούρκος ποιητής (1914-1950)

Οι ευκαιρίες που χάθηκαν για πάντα

«Εδώ στέκει ο φίλος
εκεί η βασιλική
ο ήλιος της Θράκης
η ομίχλη
εμποδίζουν τις εικόνες να αποτυπώνονται
στους κίονες αφαίρεσαν τα κεφάλια
το θέατρο στέκει ολάκερο
αλλά δίχως παράσταση.
Καλά που δεν βρεθήκαμε εδώ
όταν η πόλη κομματιάστηκε».                                                                                                                                                                                                       Από το «Πρωί στους Φιλίππους» του Μίοντραγκ Πάβλοβιτς

Όμως το παρελθόν των Βαλκανίων δεν είναι τόσο τραγικό όπως το παρουσιάζουν οι αφηγήσεις των αποικιοκρατικών δυνάμεων της Ευρώπης. Ο χώρος αυτός στο Βυζάντιο και στην Οθωμανική αυτοκρατορία, την περίοδο μακρόβιων πολέμων στην κεντρική και δυτική Ευρώπη όπου έσταζε το αίμα σε κάθε της γωνιά, ήταν ένας χώρος σχετικά ειρηνικής συμβίωσης διαφορετικών εθνών, θρησκειών και συνηθειών. Ο ιδιόμορφος βαλκανικός κοινοτισμός παρ’ όλες τις αναγκαστικές μετακινήσεις ή μεταγγίσεις πληθυσμών άκμασε σε ένα περιβάλλον συνοχής στα απόκεντρα της χερσονήσου.

1)Στα Βαλκάνια πολύ αργότερα, και μάλιστα στη νεωτερική περίοδο, πλάστηκε η ανολοκλήρωτη ιδέα του Ρήγα: μιας πολυεθνικής, πολυθρησκευτικής, δημοκρατικής κοινωνίας, όταν οι πόλεμοι μαίνονταν στην Ευρώπη για το μοίρασμα των αποικιών καθώς και οι συμφωνίες για τη συνθήκη σταθερότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας τις οποίες σάρωνε το κύμα της απελευθέρωσης. Εκεί, στα σύνορα των –τότε- Βαλκανίων στραγγαλίστηκε το πρώτο βαλκανικό όνειρο. Αργότερα, μέχρι και την ανάπτυξη των κομμουνιστικών κινημάτων, η απελευθέρωση από τους τούρκους –πλέον- απέκτησε εθνικά πρόσημα με επίπλαστες και βραχύβιες συνεργασίες, με διαρκείς μετατοπίσεις σε τακτικές συμμαχίες με τον εχθρό του εχθρού, σε συμμαχίες ή διελκυστίνδες των μεγάλων δυνάμεων που έβλεπαν τον οθωμανικό γίγαντα να βουλιάζει και να συμπαρασύρει στη δίνη του και τις ίδιες από μια μελλοντική ισχυρή βαλκανική συνεννόηση. Μια βαλκανική διεθνική χώρα θα μπορούσε να υποσκάψει τα θεμέλια του δυτικού επεκτατισμού προς τη Μέση Ανατολή και να αποτελέσει διεθνές υπόδειγμα.

2)Παρ’ όλες όμως τις διαφορές, εξωθεσμικοί και θεσμικοί παράγοντες σε ρευστές εθνοκρατικές διαμορφώσεις επιδίωξαν τη συνεργασία στα Βαλκάνια. Όμως αυτές προσέκρουσαν τόσο στις ανταγωνιστικές τάσεις των μεγάλων δυνάμεων που είτε τις έθεταν στο περιθώριο είτε τις χρησιμοποιούσαν διχαστικά, όσο και στην αποτυχία της συμμαχίας με τον εχθρό του εχθρού. Βασική όμως αιτία ήταν η θεμελιακή αντίφαση της αυτοδιάθεσης των εθνών όπου οι κρατικές φαντασιακές διαμορφώσεις υποχρεωτικά προσαρτούσαν ή έτειναν να προσαρτούν περιοχές και πληθυσμούς από την άλλη πλευρά. Το μοντέρνο κράτος ως στόχος ήταν αυτό που εξουδετέρωσε κάθε δυνατότητα συνεργασίας των εθνικών και θρησκευτικών κοινοτήτων στα Βαλκάνια αφού αυτό ήταν το κυρίαρχο πρότυπο οργάνωσης και ταυτοχρόνως διαίρεσής τους και ειδικά όταν επρόκειτο για αμφισβητούμενες περιοχές.

3)Έτσι, τρίτο, το κομμουνιστικό κίνημα των Βαλκανίων στη Γιουγκοσλαβία, στην Ελλάδα, στη Σερβία και στη Βουλγαρία με τις προτροπές του ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης που κυριαρχούσε στην Κομμουνιστική Διεθνή, πήρε το σύνθημα για την αυτοδιάθεση βαλκανικών χωρών, με την υποδειγματική δημιουργία της μακεδονικής «χώρας» στις οποίες κατοικούσαν διαφορετικές εθνότητες και θρησκείες. Στόχος ήταν το διαχρονικό σχέδιο της Ρωσίας για την επέκτασή της στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο θάλασσα και η αποδυνάμωση των άλλων ηγεμονικών δυνάμεων, για την προώθηση όμως, αυτή φορά, της προλεταριακής επανάστασης. Αδύναμο, το βαλκανικό κομμουνιστικό κίνημα και με σοβαρές αντιφάσεις στο εσωτερικό του (ακόμα και για τα ποσοστά των εθνών που συγκατοικούσαν σε αμφισβητούμενες περιοχές), μπροστά στην ιμπεριαλιστική επιρροή και στις εθνικές οξύνσεις κατεστάλη και υποχώρησε.

4)Η τέταρτη περίοδος που τέθηκε το βαλκανικό ζήτημα ήταν η περίοδος της αντίστασης στις δυνάμεις του άξονα, αντίσταση που ωστόσο είχε κάθετη, ιεραρχική οργάνωση και διαιρούνταν από χωριστικές εθνικές τάσεις και με διεκδικήσεις στη χώρα της άλλης. Όμως, κυρίως, ήταν υπό την ιερά σκέπη του Κρεμλίνου, το οποίο πρωταγωνίστησε στη μοιρασιά των ευρωπαϊκών λαών με το Λονδίνο αρχικά, αργότερα και με την Ουάσιγκτον στη συμφωνία της Γιάλτας. Η τύχη για τα Βαλκάνια που αντιστάθηκαν αλλά και για τα Βαλκάνια που συνεργάστηκαν με τις αρχές της κατοχής, κρίθηκαν αποτελεσματικά με στρατιωτικές επεμβάσεις Δύσης και της Ανατολής -με την ξεχωριστή παρουσία της Γιουγκοσλαβίας, η οποία προσάρτησε από την Αλβανία το Κόσσοβο, τη Βοσνία και το έδαφος της σημερινής πΓΔΜ που είχε στην κατοχή της η συνεργάτιδα των ναζί, Βουλγαρία. Οι όποιες παρεμβάσεις και επεμβάσεις εκμεταλλεύτηκαν τις αντιφάσεις των αντιστασιακών κινημάτων και την αδυναμία συνεννόησης. Είτε προς τη μεριά της ΕΣΣΔ, είτε προς τη μεριά της Αγγλίας, τα βαλκανικά κινήματα αντίστασης παγιδεύτηκαν και τελικά διαιρέθηκαν, μη έχοντας άλλο πρότυπο πέραν του κράτους.

5)Τέλος, την τελευταία περίοδο, οι ελπίδες ότι η κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων της Βαλκανικής θα μπορούσε να επιφέρει κάποιες αλλαγές στη συνείδηση των λαών αποδείχθηκαν φενάκη, αφού ένας νέος πυρήνας εξουσίας αναδύθηκε από την παλιά ταυτισμένος με μια κομπογιαννίτικη λογική της ίασης δια μέσου της ένταξης στη Δύση, στρατιωτικά, πολιτικά και οικονομικά. Από την άλλη εκφράστηκε μια νέα εθνική συνείδηση που καλλιεργήθηκε από τα προηγούμενα καθεστώτα στο όνομα της κοινής προλεταριακής μοίρας η οποία υποτίθεται ότι στόχευε την εξάλειψη των διαφορών. Το πιο σημαντικό ήταν ότι εξέλιπε η στοιχειώδης συνοχή, αφού τα αυταρχικά αυτά καθεστώτα είχαν διαλύσει με βία και τρομοκρατία κάθε δυνατότητα άλλης οργάνωσης για μια προσπάθεια εκσυγχρονισμού με ενδογενή προσανατολισμό καθότι φυσικές δυνατότητες υπήρχαν, υπήρχαν οι προηγούμενες υποδομές όπως και η σχετική τεχνογνωσία. Η συνοχή αυτή είχε ήδη διαρραγεί από το προηγούμενο καθεστώς, το συλλογικό φαντασιακό υπερθεμάτιζε σε μια νέα συνθήκη ελευθερίας: ευμάρειας και καταναλωτισμού. Το κενό κάλυψε η μεταπολιτευτική ρεμούλα. Αποτέλεσμα; Εκατομμύρια βαλκάνιοι στο δρόμο της μετανάστευσης και της εγκατάλειψης των πατρίδων τους.

Έτσι, η πρόσφατη κρίση στην πΓΔΜ, οι εντάσεις στο Κόσοβο κάποιες πιθανές στη Βοσνία, δεν είναι κεραυνοί εν αιθρία. Τόσο η εποχή που διαδραματίζονται όσο και ο συγκεκριμένος εθνικός παράγοντας, ο αλβανικός, που ωθείται από την πλευρά της δυτικής συμμαχίας έχουν τον πυρήνα της προετοιμασίας τους από την ιστορική περίοδο κατακερματισμού των Βαλκανίων εδώ και περίπου 150  χρόνια. Εδώ και 30 περίπου χρόνια οι νέες διαμορφώσεις στα Βαλκάνια είναι αυτές που δείχνουν τον σχεδόν ίδιο κανόνα διαίρεσής τους: ενσωμάτωση στην οικονομία της αγοράς, στρατιωτική ένταξη στη δυτική συμμαχία, εμποροπαρασιτική άρχουσα τάξη, εθνικισμός, αλυτρωτισμοί.

Στη σημερινή συνθήκη ρευστότητας που φέρει χαρακτηριστικά του ιστορικού παρελθόντος, τα Βαλκάνια εντάσσονται σε μια ενιαία τυπολογία που αφορά τον ευρύτερο χώρο Βαλκάνια-Ελλάδα-Μέση Ανατολή:                                                                                                                                                                                               -Πεδίο δράσης, διεκδίκησης, κατοχής, επιρροής, δημιουργίας διαδρόμου των ηγεμονικών δυνάμεων. Βαθμιαία ως ραγδαία, μετατοπίσεις, μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου λόγω του πολυπολικού συστήματος και της έναρξης μεγάλων πολιτικών-οικονομικών και κοινωνικών κρίσεων. Η ευρύτερη περιοχή είναι διάδρομος πολιτικών, οικονομικών και στρατιωτικών επεκτάσεων είτε προς τη μεριά της Μ. Ανατολής είτε προς τη μεριά του Αιγαίου-ΝΑ Μεσογείου.                                                                                                                                                                                                         -Εφαρμογή του εθνικού κρατικού προτύπου (έδαφος, γλώσσα, λαός) με βάση και προοπτική την πολιτική, οικονομική, κοινωνική ανισότητα στο όνομα της λαϊκής κυριαρχίας, του πολιτισμού και της ευνομίας.                                                                                                                                                                                                                          -Η συμμετοχή σε πολέμους αλλού είναι, ιστορικά, ένα «σχολείο»-πρότυπο για την πολιτική και στρατιωτική προετοιμασία κάθε εθνικού αγώνα. Άρα και πεδίο μεταφοράς κυρίαρχων προτύπων στην ιδιαίτερη πατρίδα.                                                                                                                                                                                     -Ο πρωτεύων ρόλος της διασποράς, ως ρόλος εκμάθησης, τροφοδότησης και εμφύτευσης-στήριξης προτύπων διοίκησης.                                                                                                                                                                                            -Διχασμός ανάμεσα σε απολυταρχικά και κοινοβουλευτικά πρότυπα διοίκησης-εναλλαγές καθεστώτων, πραξικοπήματα.                                                                                                                                                                       -Δημιουργία του μειονοτικού ζητήματος ως εφεδρεία για την περεταίρω αποσταθεροποίηση της επιβεβλημένης σταθερότητας.                                                                                                                                                               -Διχασμός στην εθνική «αστική» τάξη ή άρχουσα τάξη. Η ίδια αποτελεί συνονθύλευμα κατάλοιπων της γαιοκτητικής, θρησκευτικής, εμπορομεσιτικής αριστοκρατίας (στην περίπτωση της Ελλάδας και η εφοπλιστική) η οποία ποτέ δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στο πρότυπο της κεντροδυτικής Ευρώπης. Περεταίρω τριτογενοποίηση των οικονομιών-βάθεμα των εξαρτήσεων, ιδιαίτερα μετά τη λήξη του ψυχρού πολέμου το 1990.                                                                                                                                                 -Έντονος διχασμός έως και ένοπλη, εμφύλια σύγκρουση ως έκφραση της δημιουργίας δυο πόλων στο «εσωτερικό», με υποδαύλιση έως ανοιχτή υποστήριξη από το «εξωτερικό».                                                                                                                                                                                                      -Ιστορικές ταξικές συγκρούσεις ανάμεσα στους αγρότες, άκληρους, μικροϊδιοκτήτες και τους τσιφλικάδες-τιμαριούχους-γαιοκτήμονες. Ιστορική άνοδος του εργατικού κινήματος με διαχείριση από κομμουνιστικά, σοσιαλιστικά ή σοσιαλίζοντα με εθνικούς στόχους, κόμματα. Η φθορά τους, η μεταλλαγή τους και η αφομοίωσή τους από το πολιτικό σύστημα σε βαλκανικό χώρο είναι κοινή κυρίως μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου καθώς και η υπαγωγή τους με ηγεμονικές επιλογές.                                                                                                                                                                                                          -Σημαντική παρουσία της θρησκευτικής πίστης καθώς και των ιεραρχιών που την τυποποιούν προωθώντας μισαλλόδοξα πρότυπα. Σημαντικός παράγοντας είναι η ιστορική ταύτιση ή ο διχασμός έθνους-θρησκείας. Η θρησκευτική πίστη είναι παντού εμπόδιο σε νεωτερικές κοινωνικές αλλαγές.                                                                                                                                                                                                                 -Ιστορικό αντιαποικιακών αγώνων σε ένα σύμπλεγμα με τους ανταγωνισμούς των διεθνών ηγεμονιών που ως αντιμαχόμενες αλληλοϋπονομεύονται, είτε ως ενωμένες καταστέλλουν τάσεις ανεξαρτησίας ή εθνικής ενσωμάτωσης.                                                                                                                                           -Αποτυχία ή ανεκπλήρωτη υπόσχεση της συμμαχίας με τον «εχθρό του εχθρού».                                                -Ανειλικρινείς επιδιώξεις συμμαχιών με διαψεύσεις επί αμφισβητούμενων περιοχών-νέες κατοχές με την υποστήριξη της ηγεμονίας.                                                                                                                                                     -Επέκταση του νεοφιλελεύθερου ιδεώδους, ειδικά μετά τη δεκαετία του ’90, παγίωση των χαρακτηριστικών του, λειτουργία του ως προτύπου για τον κοινωνικό και οικονομικό εκσυγχρονισμό, δηλαδή εκρίζωση κάθε έννοιας «κοινού», άρα και αποτροπή για τον εκσυγχρονισμό της κληρονομημένης παράδοσης.                                                                                                                                                   -Δημιουργία οικολογικού προβλήματος που είναι συνέπεια ηγεμονικών επιλογών για την άντληση και εκμετάλλευση της ενέργειας, για την χωρίς όρους βιομηχανική ανάπτυξη-εξόρυξη, για την δημιουργία ζωνών ανακύκλωσης τοξικών αποβλήτων.

Η σημερινή μας ευκαιρία

 «…αλλά τα πάντα μπορούσαμε αν είχαμε ξεκινήσει διαφορετικά                                                                                                    έτσι όμως συνεχίζουμε στη οδό Βαλκανίων την ωραία                                                                                                                         να μας κολλάει στην καρδιά μας και στη σόλα όλο και περισσότερο                                                                                          διότι σπανίως πλένεται από τα στρώματα της ιστορίας όπως είπαμε…»                                                                                                                          από το «Balkanskom ulicom», του Ιβάν Γκατζάνσκι

Τα σημερινά Βαλκάνια ή αλλιώς Βλακάνια (διότι η βλακεία είναι αυτή που θριαμβεύει), δεν είναι παρά ένα τεράστιο οικόπεδο που απειλείται διαρκώς με κατάτμηση για την περεταίρω διαχείρισή του και την οργάνωσή του ως αγοράς αλλά και δημιουργίας στρατιωτικού διαδρόμου για τα συμφέροντα της Δύσης προς την Ουκρανία και  προς τη Μέση Ανατολή. Ειδικά τη σημερινή περίοδο το ενδιαφέρον για όσα συμβαίνουν δίπλα στην αυλή μας πρέπει να αυξηθεί, να δημιουργήσουμε επαφές, επικοινωνίες, συνεργασίες και γεγονότα για όσα απασχολούν την περιοχή. Οι αφορμές υπάρχουν και κοιμούνται όσο δεν ανησυχούμε για την τροπή που μπορεί να αποκτήσει η σημερινή κατάσταση που ρέπει προς αποσχιστικούς πολέμους σύμφωνα με τα δόγματα που εκπονούνται από τη σκοπιμότητα της επιτήρησης, όταν μάλιστα ο διεθνισμός έχει υποκατασταθεί από μια μονόπλευρη ματιά στο τι συμβαίνει σε κάθε χώρα. Ενδεικτικά αφορμές απ’ το πρόσφατο παρελθόν όπως:

η εργατική εξέγερση στη Βοσνία, οι δυναμικές διαδηλώσεις στη Σλοβενία, οι κινητοποιήσεις των αλβανών ενάντια στην καύση των χημικών της Συρίας, οι φοιτητικές κινητοποιήσεις στην πΓΔΜ, οι απεργίες και οι ταξικές κινητοποιήσεις στη Σερβία, στην Κροατία, στην Τουρκία, στη Βουλγαρία, στο Μαυροβούνιο, οι οριζόντιες-αυθόρμητες κινητοποιήσεις πολιτών ενάντια στην τρέχουσα πολιτική όπως και το κίνημα εναντίον της ένταξη του Μαυροβουνίου στο ΝΑΤΟ, οι αναπάντητες εθνικιστικές αλυτρωτικές προκλήσεις από χώρες των Βαλκανίων, οι στρατιωτικές και πολιτικές επεμβάσεις του ΝΑΤΟ, η επαμφοτερίζουσα και επικίνδυνη στάση της Ρωσίας, η προκλητική στρατηγική της Άγκυρας, η στρατολόγηση μελών για το ΙΚΙΛ στα Βαλκάνια που αλλοιώνει το χαρακτήρα του κοσμικού μουσουλμανισμού, οι οικονομικές επεμβάσεις του ΔΝΤ, της ΠΤ και της ΕΕ, ο εγκλωβισμός εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων, οι φυσικές καταστροφές όπως οι πλημμύρες μπροστά σε καταρρέουσες δομές, η πυρηνική απειλή από το Κοζλοντούι της Βουλγαρίας ή από το Ακουγιού της Τουρκίας, τα εργατικά ατυχήματα όπως στη Σόμα της Τουρκίας, οι εκατοντάδες αναπτυξιακές επενδύσεις τύπου Σκουριών σε όλα τα Βαλκάνια των ξένων επενδύσεων, η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας, οι απειλές στην Κύπρο και στο Αιγαίο… Όλα τα γεγονότα που  συνθέτουν το βαλκανικό ζήτημα απασχολούν την απελευθερωτική εναλλακτική του. Αλλά και η ιστορία, οι επιστήμες, η μουσική, ο κινηματογράφος, η λογοτεχνία και οι γιορτές, μπορούν να γίνουν οι γέφυρες των λαών. Για αυτό είναι σημαντικό το να συμβούν γεγονότα από τους βαλκάνιους αναρχικούς σε περιοχές που είτε αποτελούν επίσημα πολιτικά σύνορα, είτε περιοχές που μέλλονται να αποτελέσουν οικόπεδα της δυτικής αποσταθεροποίησης και του αλυτρωτισμού στις περιοχές μας. Ένα διεθνές αναρχικό παρατηρητήριο θα μπορούσε να είναι μια σημαντική δομή που θα τακτοποιεί συλλογικά τις επικοινωνίες και τις επαφές, θα προετοιμάζει τις αποστολές συντρόφων, τις συναντήσεις, τις κοινές αγωνιστικές κινητοποιήσεις, θα ενημερώνει το ευρύ κοινό για τα ζητήματα των γειτονιών μας στη Μεσόγειο, στα Βαλκάνια, στη Μαύρη Θάλασσα και στη Μέση Ανατολή, σε μια χώρα που το κίνημά της μπορεί να καταστεί αληθινός κόμβος αλληλεγγύης και σχεδιασμού ενός μέλλοντος ελευθεριακής συνεργασίας λαών, εθνών, θρησκειών. Οι μετανάστες μας, οι πρόσφυγές μας και οι μειονότητές μας μπορούν να γίνουν οι γέφυρες που ενώνουν τους λαούς. Ένα διαθρησκευτικό – διεθνικό – φιλοσοφικό κέντρο στην Αθήνα είναι πέρα για πέρα απαραίτητο απέναντι σε κόσμους που υψώνονται παράλληλα.

Σήμερα που στο Κουρδιστάν συντελείται μια πρωτόγνωρη ελευθεριακή επανάσταση, οφείλουμε να δημιουργήσουμε τις δομές όχι μόνο για ένα αντιπολεμικό κίνημα αλλά για να την αναδείξουμε ως παράδειγμα προς μίμηση για τρεις σοβαρούς λόγους: α)υπόδειγμα σταθεροποίησης στη Μέση Ανατολή, β)διεθνές παράδειγμα των κούρδων της Συρίας που αντί να ζητιανεύουν στη Δύση επέστρεψαν στη Ροζάβα για να πολεμήσουν γ)πρότυπο μιας νέας κοινωνικής οργάνωσης χωρίς κράτος που κάνει επίκαιρο το επαναστατικό ζήτημα. Η πρόσφατη δε, πολεμική επεκτατισμού της Τουρκίας στο κουρδικό Αφρίν και η επικείμενη στο ιρακινό Κουρδιστάν, είναι ένα πρώτης τάξης γεγονός για το υπαρκτό ή ανύπαρκτο αντιπολεμικό κίνημα καθώς πολύ κοντά μας εξελίσσεται ένας άνευ προηγουμένου κοινωνικός μετασχηματισμός στην κατεύθυνση της οριζόντιας οργάνωσης. Οι σύντροφοι που συμμετέχουν στις διεθνείς ταξιαρχίες, σε ένα δίκαιο πόλεμο επιβίωσης και αξιοπρέπειας το αποδεικνύουν.

Εδώ στα Βαλκάνια, οι πρόγονοί μας κι εμείς απ’ όλες τις χώρες της χερσονήσου, ζήσαμε το δράμα της ιστορίας των πολιτικών διαιρέσεων και των εθνικών πολέμων, ζήσαμε την ταπείνωση από τον καπιταλισμό και από τον κρατικό σοσιαλισμό, ζήσαμε την μετατροπή των κοινωνιών μας σε στρατιωτικά φυλάκια του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ του συμφώνου της Βαρσοβίας και της ΕΣΣΔ ή των «Αδεσμεύτων», ζήσαμε την ένταξή μας στη δυτική οικονομία της ΕΟΚ-ΕΕ και την αθλιότητα της ΚΟΜΕΚΟΝ, ζήσαμε την νέα ταξική επίθεση σε όλες τις χώρες για τη διαρκή ένταξή μας στην παγκοσμιοποιημένη αγορά που μετέτρεψαν τις χώρες μας σε αποικίες χρέους, ζήσαμε τις πολιτικές δικτατορίες και τις επεμβάσεις της ΕΕ, ζήσαμε τον καταστροφικό ρόλο των ανταγωνισμών στο να μεταβάλουν τη χερσόνησό μας σε αποικίες συμφερόντων, ζήσαμε καταστροφικούς πολέμους και εθνοκαθάρσεις, ζήσαμε επεμβάσεις από τη Δύση και την Ανατολή, ζήσαμε κάθε λογής αλυτρωτισμούς και εθνικισμούς από ηγετικές συμμορίες στις χώρες μας.

Είμαστε μπροστά σε μια νέα νομή των Βαλκανίων μας από τους διεθνείς οργανισμούς που αποσκοπούν στο να απομυζήσουν τον πλούτο μας, τον ιδρώτα και το αίμα μας, είμαστε μπροστά σε νέους πολέμους εθνικιστικούς και στη βίαιη αλλαγή συνόρων, είμαστε μπροστά στην απειλή του ασύμμετρου πολέμου των ισλαμοφασιστών, είμαστε μπροστά στην ανάπτυξη του φασισμού ως αντίδοτου στα δεινά της παγκοσμιοποίησης, είμαστε μπροστά στο νέο φάσμα φτώχειας, είμαστε μπροστά στο κύμα της προσφυγιάς από τη Μέση Ανατολή και από αλλού προς τις χώρες που είναι άμεσα υπεύθυνες για τους πολέμους.

Ακολουθώντας το παράδειγμα της επανάστασης στο Κουρδιστάν, εμείς οι βαλκάνιοι αναρχικοί οφείλουμε να απευθύνουμε έκκληση στα αδέρφια μας αλβανούς, σλάβους, έλληνες, τούρκους, τσιγγάνους, ρουμάνους, βούλγαρους αλλά και σε κάθε άλλη βαλκανική κοινότητα που ονομάζεται όπως το επιθυμεί, να κάνουμε έκκληση στ’ αδέρφια μας από κάθε θρησκεία ή φιλοσοφική πίστη: να χτίσουμε γέφυρες επικοινωνίας, ανταλλαγών, συνεννόησης. Να δημιουργήσουμε τα αυτόνομα συμβούλια που θα θέσουν σε πράξη τις δυνατότητες συνεργασίας των εθνικών και των θρησκευτικών κοινοτήτων στην κατεύθυνση του ριζοσπαστισμού και της οικουμενικότητας. Να αγωνιστούμε για την πολιτική-οικονομική και κοινωνική πρόταση ισότητας, αλληλεγγύης, δικαιοσύνης, οικολογίας και ελευθερίας. Να χτίσουμε τα Βαλκάνια των περιφερειών, τα Βαλκάνια των λαών.

Η βαλκανική μας γέφυρα

Τα εθνικά ζητήματα στην περιοχή των Βαλκανίων είναι ζητήματα ταύτισης της εδαφικής επικράτειας με τον εθνικό παράγοντα στη δομή του κράτους. Η ύπαρξή τους αφορά στις ανολοκλήρωτες προσπάθειες με στόχο τη δημιουργία ή επέκταση ή άμυνα του εθνικού κράτους υπό την καθοδήγηση της κυρίαρχης τάξης και των διεθνών συμμαχιών της. Κάθε άλλη αντίληψη που αφορούσε τη συνεργασία των λαών και των εθνών για την απελευθέρωσή τους από τον Οθωμανικό ζυγό ακυρώθηκε από τις κεντρομόλες εθνικές δυνάμεις που αγνόησαν ή υπονόμευσαν μια τέτοια προοπτική και συνδέθηκαν με τις ηγεμονικές δυνάμεις της Δύσης και της Ανατολής όπως και με την Οθωμανική εξουσία δημιουργώντας σχέσεις στρατιωτικής, πολιτικής και οικονομικής εξάρτησης. Μονοεθνικές ή μονοθρησκευτικές συνεννοήσεις όπως ο πανσλαβισμός ή η ορθοδοξία ακυρώθηκαν εξαιτίας της κηδεμονίας τους από ηγεμόνες και πνευματικούς ηγέτες ή και από ανειλικρινείς προσπάθειες που υπερθεμάτιζαν ανισομερώς στις δικές τους. Τα εθνικά ζητήματα συνδέθηκαν με διεθνείς και εγχώριες πολιτικές σκοπιμότητες δημιουργώντας μια σειρά από αδιέξοδα τα οποία οδήγησαν σε πολέμους, επεκτατισμούς, φτώχεια, χρέη σε διεθνείς μηχανισμούς και αποικιοκρατικές δυνάμεις, πολιτικές και στρατιωτικές επεμβάσεις, επεκτάσεις του καπιταλιστικού προτύπου κι ενός ανθρωπολογικού τύπου εγωκεντρικού και καταναλωτικού. Οι όποιες προσπάθειες συνεννόησης οι οποίες αντίφασκαν λόγω της παράλληλης αποδοχής της εθνικής αυτοδιάθεσης άρα και της ύπαρξης του εθνικού κράτους με τις προσπάθειες για ομοσπονδία όπως οι φαεινές ιδέες της κομμουνιστικής ομοσπονδίας των Βαλκανίων. Έτσι διαπερνώντας το κοινωνικό, το εθνικό ζήτημα ως ζήτημα που συνδέεται με την ελευθερία, τον πολιτισμό και την επιβίωση της εθνικής κοινότητας, διατηρεί συνθετικά την επικαιρότητά του μέχρι και σήμερα. Στόχος πρέπει να γίνει το ξεπέρασμά του μέσω της αναγνώρισης της σημασίας του. Τόσο το κράτος όσο και ο καπιταλισμός ως συναντίληψη της ιεραρχίας στη ζωή στο βάθος επικρατεί διαμέσου της επίκλησης των εθνικών και των θρησκευτικών ζητημάτων, άλλη μια αντίφαση της παγκοσμιοποίησης. Οι εθνικές όσο και οι θρησκευτικές ταυτότητες είναι απόλυτα αναγκαίο να μετασχηματίζονται προς την οικουμενικότητα και το ριζοσπαστισμό.

Σήμερα η αποδυνάμωση της ισορροπίας των ηγετικών δυνάμεων, η δημιουργία και ισχυροποίηση άλλων δυνάμεων που μπαίνουν δυναμικά στο γεωπολιτικό παιχνίδι δίπλα στον ισλαμοφασιστικό και τον ακροδεξιό παράγοντα έχει αποφασιστικά εγείρει όλους τους διαχρονικούς εθνικούς ανταγωνισμούς. Στα Βαλκάνια η κατάσταση γίνεται όλο και πιο τραγική. Ο αναθεωρητισμός των συνόρων και η αποσταθεροποίηση που επιβάλλεται τόσο από τα εθνικά κέντρα όσο και από τις ηγεμονικές δυνάμεις με πρότυπο το Γιουγκοσλαβικό αποβλέπει στην ενίσχυση των «μεγάλων ιδεών», εθνικών και θρησκευτικών, ως όχημα για το διαρκή κατακερματισμό των κρατικών οντοτήτων με στόχο την κατάκτηση εδαφών, ανθρώπων και υποδομών. Ο κατακερματισμός αυτός υποκινείται από τις ηγεμονικές δυνάμεις της Δύσης και της Ανατολής για την περεταίρω στρατιωτική, πολιτική και οικονομική τους επέκταση και ωφελεί αυτές. Απέναντι σε αυτό το τραγικό φαινόμενο που συνοδεύει την οικονομική αποικιοποίηση από διεθνή κέντρα βρίσκεται η τάση τήρησης της διεθνούς νομιμότητας και σταθερότητας που βασίζεται στο σύγχρονο κράτος άρα και στο αδιέξοδο του κατατεμαχισμού των λαών αφού στο πλαίσιο της ξεχωριστής τους διασφάλισης παίζουν εν τέλει το παιχνίδι της αποσταθεροποίησης, άλλη μια τραγική αντίφαση. Τα κινήματα βάσης, είναι τα μόνα που μπορούν να ανατρέψουν την υπάρχουσα δομή υπερασπιζόμενα τη σταθερότητα στην περιοχή, αυτήν που προσφέρει ένα ριζοσπαστικό οικουμενικό όραμα στην πράξη, ανασυνθέτοντας τις πρώτες ύλες ενός επαναστατικού κοινωνικού μετασχηματισμού.

Αποφασιστικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή που περιβάλει τις χώρες μας, για αυτήν την υπέρβαση, θα παίξει η αναγνώριση των εθνικών-θρησκευτικών ζητημάτων ως ιστορικά ζητήματα διευθέτησης από πλευράς των αποικιοκρατικών κέντρων, των ιθυνουσών εγχώριων τάξεων με στόχο τη μετατροπή τους σε πεδία συνεργασίας των λαών για την ανατροπή του κράτους και του καπιταλισμού. Αυτό δεν μπορεί παρά να συμβεί από διεθνιστές που θα επιδιώξουν στον ελλαδικό χώρο να συγκροτήσουν συμβούλια για όλα τα εθνικά-θρησκευτικά ζητήματα που ταλανίζουν εδώ και δυο αιώνες τα Βαλκάνια. Οι μετανάστες, οι πρόσφυγες, οι εθνικές-θρησκευτικές μειονότητες, οι ντόπιοι των κινημάτων βάσης οφείλουν να θέσουν τις γέφυρες στις σημερινές αγεφύρωτες διαφορές. Σε κάθε εθνικό-θρησκευτικό ανταγωνισμό οφείλουμε να στήσουμε τη γέφυρα συνεργασίας. Κι αυτή η γέφυρα θα χτιστεί με τις αντιαποικιακές, διαπολιτισμικές, εξισωτικές, δημοκρατικές, παραγωγικές και οικολογικές προϋποθέσεις.

Αν θεωρήσουμε ως αφετηρία δράσης τον ελλαδικό-ελληνικό χώρο οφείλουμε να αναγνωρίσουμε όλους τους ανταγωνισμούς στην ολότητά τους και να αντιμετωπίσουμε τα εθνικά ζητήματα σε κάθε περιοχή όπου αυτά εξελίσσονται ως ανταγωνισμοί. Η Ήπειρος και το Ιόνιο πέλαγος, η Μακεδονία, η Θράκη, το Αιγαίο και η Κύπρος, οι όπου χώρας μετανάστες, πρόσφυγες, μειονότητες, είναι οι περιοχές και οι ανθρώπινες δυνάμεις όπου οι ανταγωνισμοί μπορούν να μετατραπούν σε μορφές αυτοδιεύθυνσης προβάλλοντας το διεθνισμό όχι μόνο ως σύνθημα αλλά ως έμπρακτο βίο. Είναι ένας επίπονος και επίμονος αγώνας, μια δύσκολη και σύνθετη διαδρομή που θα θέσει στην πράξη τους θεσμούς των διεθνικών-διαθρησκευτικών δημοκρατικών συμβουλίων στην ομοσπονδιακή και συνομοσπονδιακή τους προοπτική για όλα τα ζητήματα που αφορούν την ιστορία, την οικονομία, την πολιτική και τις κοινωνικές σχέσεις. Για αυτόν τον αγώνα, ο ελλαδικός χώρος, είναι γεωγραφικά αλλά και ιστορικά ιδανικός για έναν τέτοιο σημαντικό μετασχηματισμό. Ας ανασκουμπωθούμε λοιπόν.

ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΠΡΟΣΘΗΚΗ: Η ΕΛΛΗΝΟΣΛΑΒΙΚΗ ΔΙΑΜΑΧΗ ΚΑΙ Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΗΣ

Σε ένα σκηνικό που έχει στηθεί από την πρόδηλη διάθεση του ΝΑΤΟ να εντάξει την πΓΔΜ στις εδαφικές του επικράτειες με απώτερο στόχο να περιορίζει τη Ρωσία στον ασιατικό της ρόλο, η απάντηση βρίσκεται στη Ροζάβα που εδώ και μια εβδομάδα βομβαρδίζεται από την Τουρκία. Η ελληνική αντισυσπείρωση, απέναντι στις πάγιες αξιώσεις της διπλανής χώρας ακόμα και μετά τη δήθεν αναθεώρηση του συντάγματος του 1991 (1944) που μονομερώς προέβλεπε την επέκταση των εδαφών της προς την Ελλάδα και τη Βουλγαρία, βρίσκεται ακριβώς στην ίδια θέση να τονίζει τη βαλκανική αντίφαση: πως το βάθεμα της εξάρτησης είναι μοναδικός παράγοντας σταθερότητας και αποσταθεροποίησης στην περιοχή. Από την άλλη, οι εγχώριοι φίλοι του αλυτρωτισμού της διπλανής χώρας στο ίδιο αποσκοπούν, σε μια σταθερότητα που οι εθνικισμοί θα λείψουν ως δια μαγείας: με χρήμα και ασφάλεια-τι ονειρεύεται άλλωστε και τι προπαγανδίζει κάθε συστημικός αριστερός; Εχθροί και φίλοι του αλυτρωτισμού της διπλανής χώρας, με τη μια ή με την άλλη οπτική συμφωνούν: στην αρραγή Νοτιοατλαντική Συμμαχία και στην ΕΕ. Αυτά σημαίνουν στρατιωτική επέκταση στα Βαλκάνια από πλευράς των ΗΠΑ και ολοκληρωτική ένταξη των οικονομιών, μέσω ΕΕ, στη διεθνή αγορά με μεταρρυθμίσεις που ήδη έχουν επιφέρει φτωχοκτονία, καταστροφή υποδομών, παρασιτισμό και ανεργία. Όμως για να μπορέσουν να συμβούν, στον μεγαλύτερο βαθμό, και οι δυο αυτές προοπτικές της ηγεμονίας πρέπει να εξασφαλιστεί η ξεχωριστή υποταγή των εμπλεκομένων κι από την άλλη η διαίρεσή τους. Έτσι με την απειλή της διαίρεσης της πΓΔΜ κατάφεραν να εξασφαλίσουν μια οριακή κυβερνητική πλειοψηφία που θα μπορούσε να κάνει αυτή τη χρήσιμη δουλειά του αμερικανικού και ευρωπαϊκού παράγοντα καθώς το προηγούμενο κυβερνητικό κόμμα είχε επιδοθεί σε μια μάχη απομονωτισμού, αλυτρωτισμού και κινήσεων προς τη Ρωσία.

Από την μεριά της η ελληνική κυβέρνηση που οριστικά τέθηκε υπό την αιγίδα των ΗΠΑ, έτοιμη να ενδώσει σε μια ονομασία επιθυμητή για τη διπλανή χώρα, εξευμενίζει τον αμερικανικό παράγοντα προκειμένου σε ένα ενιαίο πλαίσιο να δώσει λύσεις τόσο στο αγκάθι της οικονομίας όσο και στον ελέφαντα των εθνικών ζητημάτων. H από κάθε άποψη κατευναστική πολιτική του ελληνικού κράτους εκεί αποσκοπεί, όπως άλλωστε και των υπολοίπων στα Βαλκάνια, καθώς περνάει ο χρόνος προσαρμογής: να αποτρέπει απειλές διαμέσου της στρατιωτικής και οικονομικής εξάρτησης από τη Δύση. Έτσι συνέβη και με την πΓΔΜ προκειμένου να αποτραπεί η απειλή της διάλυσης και διαμοιρασμού της. Αυτό είναι ένα σημείο αυτού του φαύλου κύκλου που ορίζεται: αναζωπύρωση του εξαρτημένου εθνικισμού > σύγκρουση με τη διπλανή χώρα > συντονισμένες απειλές από την ίδια την ηγεμονία ή τα ενεργούμενά της > βάθεμα της εξάρτησης > προβλήματα που αναφύονται από αυτήν > αναζωπύρωση του εξαρτημένου εθνικισμού > κλπ. Τα αποτελέσματα της κηδεμονίας είναι οι αρνητικές εθνικές και οικονομικές επιπτώσεις. Έτσι, αναζωπυρώνεται ο εθνικισμός ως αντίδοτο και φάρμακο δια πάσαν νόσον και μαλακίαν και εκεί εμφανίζεται ο δυτικός παράγοντας ως διαιτητής και προστάτης με στόχο να εξαφανίσει την επιρροή του ρωσικού. Από την άλλη, ο μόνος τρόπος επέλασης της ηγεμονίας είναι το να διαιρεθούν τα Βαλκάνια σε εύχρηστα προτεκτοράτα. Έτσι ωθούν στον εθνικισμό για να είναι πιο εύκολη η διείσδυση μέσω του ελέγχου των διαπραγματευόμενων μερών.

Από την άλλη, η Ρωσία που αποβλέπει στο να επιφέρει τα μεγαλύτερα δυνατά πλήγματα στη δυτική συμμαχία είναι ο άλλος παράγοντας αποσταθεροποίησης που διαχρονικά εμβάλλει στην ευρύτερη περιοχή. Δεν είναι τυχαία η τακτική της συμμαχία με την Τουρκία, που έχει μετατραπεί σε στρατηγική, με στόχο τη ρωγμή στο ΝΑΤΟ, διαμέσου ανταγωνισμού ΗΠΑ-Τουρκίας με αφορμή και αιτία το κουρδικό. Από τα πολιτικά συστήματα στα Βαλκάνια, η Ρωσία είναι πλέον απόβλητη πλην του εδάφους της Σερβίας η οποία κρατά ίσες αποστάσεις και με εξαιρέσεις αντιπολιτεύσεις ή απομεινάρια των πολιτικών συστημάτων που, είτε έχουν σχέσεις με ρώσους παράγοντες από το κομουνιστικό παρελθόν είτε με αυτόν τον τρόπο μπορούν να κάνουν αντιπολίτευση είτε διότι η εγγύτητα της Ρωσίας δεν αφήνει περιθώρια, διατηρούν σχέσεις μέσα σε μια δίνη γεωπολιτικών ανακατατάξεων. Άλλωστε οι ίδιες αποτελούν τα πιθανά επόμενα χαρτιά του πολιτικού συστήματος.

Τέλος, η Τουρκία αποτελεί έναν εντελώς ξεχωριστό παράγοντα εξελίξεων στα Βαλκάνια. Έχοντας δημιουργήσει, μετά τις μεγάλες αλλαγές του ’90, ένα ευρύ υποστηρικτικό δίκτυο της πολιτικής της, έχοντας μειονότητες σε τρεις κατ’ εξοχήν ορθόδοξες χώρες έχει μια πολιτική «συντήρησης» των επιρροών της με στόχο το μέλλον. Την περίοδο αυτή που έχει εξελιχθεί σε τοπική ηγεμονία ως η 2η δύναμη στο ΝΑΤΟ, επιδιώκει να τακτοποιήσει το άμεσο ζήτημα του κατεχόμενου Κουρδιστάν στη χώρα της και να καταστείλει στρατιωτικά το κουρδικό κίνημα στη Συρία και στο Ιράκ. Η επέμβαση στο Αφρίν και η μελλούμενη στο κουρδικό Ιράκ πιθανόν να κρίνει και τα ζητήματα που αφορούν την Κύπρο, το Αιγαίο, τις μουσουλμανικές μειονότητες και τα δίκτυα στήριξης σε όλη τη Βαλκανική. Η έκβαση μάλιστα στην υπόθεση αυτή θα κρίνει και την συνέχεια του ΝΑΤΟ.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον το ζήτημα των ελληνοσλαβικών διαφορών με τη διπλανή χώρα πήρε μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα διαστάσεις. Η σχεδόν σύγκαιρη ανάδειξη των δυο φιλοΝΑΤΟικών και φιλοαμερικανικών κυβερνήσεων και στις δυο χώρες ήταν η καλύτερη ευκαιρία για να κλείσει το χάσμα και να επανεκκινηθεί η ένταξη της μιας στο ΝΑΤΟ χωρίς το βέτο της άλλης και ταυτοχρόνως να ικανοποιηθούν οι ατζέντες του ΔΝΤ που περιμένει στη γωνία για τις μεταρρυθμίσεις και τη εδραίωσή του στην Ελλάδα. Αυτό φάνηκε στο Νταβός, στο οικονομικό φόρουμ όπου μπήκαν στο σύνολό τους τα ζητήματα που αφορούν την επέκταση της νεοφιλελεύθερης λογικής και ταυτοχρόνως της επίλυσης της ονομασίας. Στο σύνολό τους τα ελλαδικά κόμματα επιθυμούν το κλείσιμο του ζητήματος της ονομασίας, το καθένα όμως με τις διαφορετικές πτυχές που θέτει έτσι ώστε να μην συμβεί με την ευθύνη ενός πολιτικού κόστους. Για αυτό και η ονομασία της χώρας λειτουργεί ως κάλυμμα για όλη αυτή τη μεθόδευση την οποία αντιμάχεται ένα πατριωτικό-αμυντικό ρεύμα που τέμνει στην κυριολεξία όλο το πολιτικό φάσμα της χώρας. Μέσα σε αυτό αναδύονται νέες πολιτικές φιγούρες που πιθανά να διαδραματίσουν το χρήσιμο ρόλο αναδιοργάνωσης της πολιτικής ως ακολουθία ψηφοφόρων, κυρίως με εθνική ατζέντα. Τα μεγάλα συλλαλητήρια στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα αυτό το ρόλο θα παίξουν μετά το ταβάνι της αγανάκτησης: τη δεξαμενή ψήφων σε νέους ηγέτες και σχηματισμούς.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό φιλομακεδόνων και αντιμακεδόνων το οριζόντιο κίνημα στο σύνολό του λειτουργεί με εξαρτημένα αντανακλαστικά: όταν βλέπει ελληνικές σημαίες τρέχουν τα σάλια του. Πεινάει και θέλει να φάει φασίστες. Απομονώνοντας τα όσα αφορούν την ελληνική αφήγηση της ιστορίας, εστιάζοντας σε συγκεκριμένα γεγονότα, αποκόπτοντας τη συνολική ιστορία των Βαλκανίων από την εθνική εξιστόρηση έχει μετατραπεί σε οιονεί υποστηριχτή της έτερης εθνικιστικής μισαλλοδοξίας, σε ένα αλλοεθνικιστικό συνονθύλευμα. Αν εξαιρέσει κανείς ελάχιστες συλλογικότητες που μιλούν ορθά! για τον ιμπεριαλισμό και το ΝΑΤΟ όλο το υπόλοιπο συνεχές του χώρου υποκλίνεται στους μονομερείς όρους του διπλανού κράτους για τη «Μακεδονία». Με την επίφαση ενός ακατέργαστου διεθνισμού («Κάτω όλοι οι εθνικισμοί» κλπ) που δεν αναφέρεται στους όρους συνεργασίας κινημάτων και στόχων τους, με την ατσούμπαλη ταξικιστική προσέγγιση για χώρες που δεν είχαν ούτε έχουν τις απαραίτητες προϋποθέσεις ύπαρξης μαζικού προλεταριάτου, μεγεθύνει τη γελοιότητα ακραίων στοιχείων του νεοσύστατου και θνησιγενούς πατριωτικού χώρου και πέφτει στην παγίδα της προβοκάτσιας της άκρας δεξιάς. Η τελευταία, κατακερματισμένη και γεμάτη ηγετίσκους που επιδιώκουν να αναλάβουν τον εθνικιστικό χώρο μετά τη συνεχόμενη κοινωνική κάθοδο της Χρυσής Αβγής προσπάθησε με την ακτιβιστική ατζέντα της να μετατρέψει την πατριωτική αντισυσπείρωση σε μια βεντέτα με τον αναρχικό χώρο. Αυτό το κατάφερε με την πυρπόληση της κατάληψης Λιμπερτάτια στη Θεσσαλονίκη. Στη Αθήνα δεν έγινε κάτι τέτοιο. Οι γενναίες παρεμβάσεις του Γιώργου Καλαϊτζίδη από την ομάδα Ρουβίκωνας, ενδεικτικές του κλίματος ενός τμήματος του χώρου να μην ενδώσει ούτε στο φιλομακεδονισμό των Προπυλαίων αλλά και να μην αφήσει σπιθαμή χώρου στους φασίστες, είχαν τα ευεργετικά τους αποτελέσματα. Η κατάσταση όμως παραμένει ως έχει παρ’ όλο που φαίνεται ότι μια πηγαία μετατόπιση δείχνει ότι ένα τμήμα των αναρχικών θέλει να τερματίσει το ρόλο του χρήσιμου ηλιθίου της παγκοσμιοποίησης.

Είναι πολύ αργά για να αποτραπούν εξελίξεις, είναι πολύ νωρίς για να ξεκινήσουμε να σχεδιάζουμε τις επόμενες. Γιώργος Κυριακού

Ιστορικό πλαίσιο, τομές και συνέχειες

1991: «Στηριζόμενη στην ιστορική, πολιτιστική, πνευματική και κρατική κληρονομιά του μακεδονικού λαού και στον μακραίωνα αγώνα του για εθνική και κοινωνική ελευθερία, καθώς και για τη δημιουργία του δικού του κράτους και ιδίως στις κρατικο-νομικές παραδόσεις της Δημοκρατίας του Κρουσόβου και στις ιστορικές αποφάσεις της Αντιφασιστικής Συνέλευσης Λαϊκής Απελευθέρωσης της Μακεδονίας …η Βουλή της Δημοκρατίας της Μακεδονίας υιοθετεί το Σύνταγμα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας».

1944: «…Αυτή την ιστορική ημέρα, την ημέρα του Προφήτη Ηλία (Ilinden) του 1944, μοιραία για την εξέλιξη του μακεδονικού λαού, για πρώτη φορά στην ιστορία του λαού μας συνεκλήθη ένα εθνικό συμβούλιο, το ASNOM, ως σύμβολο εθνικής χειραφέτησης και ανακήρυξης μακεδονικού κράτους για πρώτη φορά στην ιστορία από την εποχή του Σαμουήλ, αποτελώντας κορυφαία και αποφασιστική καμπή στην ιστορία του λαού μας, σημαδεύοντας την απαρχή μιας νέας εποχής, μιας εποχής δημιουργικής εργασίας, εθνικής ζωής, μιας εποχής προόδου. Αυτήν την ιερή ιστορική στιγμή οφείλουμε να διακηρύξουμε ότι για αιώνες ο μακεδονικός λαός πολεμά σκληρά και καταβάλλει υπεράνθρωπες προσπάθειες με σκοπό τη χειραφέτηση ολόκληρου του μακεδονικού έθνους μέσα σ’ ένα ελεύθερο μακεδονικό κράτος. Αυτή τη στιγμή, όταν όλες οι αγωνιζόμενες δυνάμεις στη Μακεδονία έχουν ριχτεί στη μάχη ενάντια στους φασίστες κατακτητές, καλούμε και τα άλλα δύο τμήματα του μακεδονικού λαού να πάρουν μέρος στο μεγάλο αντιφασιστικό μέτωπο, αφού αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να κερδίσουμε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και το πέρασμα που οδηγεί στην ένωση ολόκληρου του μακεδονικού έθνους σε μια ελεύθερη κοινότητα των χειραφετημένων λαών της Γιουγκοσλαβίας. Το αγωνιζόμενο Πεδεμόντιο της Μακεδονίας έχει με πάθος διακηρύξει ότι θα προσφέρει κάθε βοήθεια και δεν θα φεισθεί θυσιών για την απελευθέρωση και των άλλων δύο τμημάτων του έθνους μας και για την τελειωτική ένωση ολόκληρου του μακεδονικού λαού. Όταν γνωρίζουμε ότι το αγωνιζόμενο Πεδεμόντιο της Μακεδονίας αποτελεί τμήμα της Γιουγκοσλαβίας του Τίτο, τότε φαίνεται καθαρά πόσο μεγάλη μπορεί να είναι η υποστήριξη που διαθέτουμε και πόσο σταθερή είναι η επιθυμία μας για την ένωση ολόκληρου του έθνους μας…Έχοντας υπόψη τα προαιώνια ιδανικά του λαού της Μακεδονίας, το πρώτο Μακεδονικό Εθνικό Συμβούλιο διακηρύσσει σε ολόκληρο τον κόσμο το δίκαιο και σταθερό του πόθο για την ενοποίηση όλου του μακεδονικού λαού στη βάση του δικαιώματος για αυτοδιάθεση. Αυτό θα έθετε ένα τέλος στην καταπίεση του λαού της Μακεδονίας σε όλα τα τμήματα της και θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για γνήσια αλληλεγγύη και ειρήνη μεταξύ των βαλκανικών λαών».

Σήμερα, μετά τις «αναθεωρήσεις» της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης:

Τροπολογία 4, Προοίμιο: «Οι πολίτες της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, ο Μακεδονικός λαός καθώς και οι πολίτες που ζουν εντός των συνόρων της, και είναι μέλη του Αλβανικού λαού, του Τουρκικού λαού, του βλάχικου, του Σερβικού, του Ρομανί, του Βοσνιακού λαού και άλλων παίρνουν την ευθύνη για το παρόν και το μέλλον της πατρογονικής γης, γνωρίζοντας και ευγνωμονώντας τους προγόνους για τις θυσίες και την αφοσίωση τους στον αγώνα τους για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους της Μακεδονίας και υπεύθυνοι για τις μελλοντικές γενεές να διατηρήσουν και να αναπτύξουν ό,τι είναι πολύτιμο από την πλούσια πολιτιστική κληρονομιά και τη συνύπαρξη εντός της Μακεδονίας, τα ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις έναντι του κοινού καλού – Δημοκρατίας της Μακεδονίας – σύμφωνα με την παράδοση της Δημοκρατίας του Κρούσοβο και τις αποφάσεις του Αντιφασιστικής Λαϊκής Απελευθερωτικής Συνέλευσης της Μακεδονίας (ASNOM) και το δημοψήφισμα της 8ης Σεπτεμβρίου, 1991, αποφάσισαν να συστήσουν τη Δημοκρατία της Μακεδονίας ως ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος…»

Τροπολογία 1, άρθρο 119: «Η Δημοκρατία της Μακεδονίας δεν έχει εδαφικές αξιώσεις έναντι οποιουδήποτε γειτονικού κράτους. Τα σύνορα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας μπορούν να αλλάξουν μόνο σε συμφωνία με το Σύνταγμα και στην αρχή της ελεύθερης βούλησης, καθώς και σε συμφωνία με τους γενικώς αποδεκτούς διεθνείς κανόνες»

Το μακεδονικό ζήτημα γεννήθηκε την εποχή που ξεκίνησε να διαμορφώνεται η βουλγαρική εθνική συνείδηση, αρχής γενομένης από τη διεκδίκηση για την πραγματοποίηση της θείας λειτουργίας στη βουλγαρική γλώσσα, στα μέσα του 19ου αιώνα. Απέκτησε μορφή με την αναγνώριση της Βουλγαρικής εκκλησιαστικής Εξαρχίας ως αυτόνομης οντότητας από τις οθωμανικές αρχές στα 1870 που είχε στόχο το σχίσμα και τη διαίρεση πατριαρχικών-σχισματικών, διαίρεση που απέκτησε διαστάσεις εθνικού ανταγωνισμού ελλήνων-βουλγάρων. Όταν η αλλαγή πλεύσης της Ρωσικής δύναμης από το ελληνικό ενδιαφέρον μεταστράφηκε στον πανσλαβισμό, με στόχο την κάθοδο στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο, βρήκαν τη βουλγαρική εθνική διαμόρφωση πρόθυμη στο σχεδιασμό τους. Μετά το ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-1878 και τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου που παρέδιδε στη «Μεγάλη Βουλγαρία» δυο Βουλγαρίες, δηλαδή ένα μεγάλο τμήμα των βιλαετιών της πολυεθνικής Μακεδονίας, ήδη είχε ξεκινήσει να μπαίνει στη μηχανή του ατμού ο διχασμός καθώς κι από την ελληνική πλευρά ξεκίνησαν οι διαμαρτυρίες. Το συνέδριο του Βερολίνου, την ίδια χρονιά, κατεύνασε αλλά και περιόρισε τα ρωσικά επεκτατικά σχέδια από άλλα επεκτατικά των Αγγλογάλλων και της Αυστροουγγρικής Συμμαχίας. Έτσι, οι δυο Βουλγαρίες που τυπικά αποκόπηκαν, με στόχο την Ένωσή τους έγιναν η αρχή για το βουλγαρικό μεγαλοϊδεατισμό. Σε μια περίοδο που ξεκίνησαν και οι ένοπλες επεμβάσεις στη Μακεδονία εκ μέρους της Βουλγαρίας μέσω ημιπαράνομων οργανώσεων για τη βαθμιαία προσάρτηση ναών στη βουλγαρική Εξαρχία, τη δημιουργία ή προσάρτηση αντίστοιχων σχολείων στη βουλγαρική γλώσσα με την συναίνεση των οθωμανικών αρχών, όταν προσάρτησαν χωρίς αντιδράσεις την Ανατολική Ρωμυλία, το άλλο βουλγαρικό κράτος στα 1885 στη συνολική επικράτεια, τότε ξεκίνησε από πλευράς εθνικών συσπειρώσεων, στην Ελλάδα, το μακεδονικό ζήτημα και η διεκδίκηση της Μακεδονίας. Πράγματι στη ΝΔ Μακεδονία επικρατούσε ο ελληνικός πληθυσμός ενώ στη μεσαία ζώνη ο σλαβικός ή σλαβόφωνος πληθυσμός που στις αστικές περιοχές είχε κατά κύριο λόγο ελληνική συνείδηση και ήταν στενά συνδεδεμένος με το Πατριαρχείο.

Στα 1893 η δημιουργία της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (VMRO) από βούλγαρους επαναστάτες με κεντρικό σύνθημα «η Μακεδονία στους μακεδόνες» έβαλε με πιο συγκεκριμένο τρόπο το νερό στο αυλάκι όσον αφορά τις μελλοντικές διαμορφώσεις. Είτε ως τμήμα της Ανωτάτης Επιτροπής Σόφιας (βερχοβιστές-πανσλαβιστές), είτε ανταγωνιστικά, λόγω της διάστασης μεταξύ προσάρτησης και αυτοδιάθεσης, η ΕΜΕΟ ήταν αυτός ο ένοπλος-πολιτικός πόλος ο οποίος πρωτοστάτησε για τη αποκοπή των μακεδονικών εδαφών από την Οθωμανική αυτοκρατορία. Η αποτυχημένη εξέγερση του Ίλιντεν το 1903 για την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τον Οθωμανικό ζυγό ήταν η επίσημη αρχή για μια σειρά διεκδικητικών ενεργειών από πλευράς του βουλγαρικού παράγοντα. Η Ελλάδα, εκ μέρους του ντόπιου στοιχείου στη Μακεδονία που συνεργάστηκε με μυστικές στρατιωτικές αποστολές συσπειρώθηκε ενάντια στο σλαβικό μακεδονισμό. Το «η Μακεδονία τους μακεδόνες» φαινόταν εμφατικά να λύνει το ζήτημα μιας πολυσυλλεκτικής κατεχόμενης περιοχής αν δεν υπήρχε το ζήτημα της προσάρτησής της από το βουλγαρικό κράτος και το ελληνικό κράτος καθώς και της αντίστοιχης σύγκρουσης των αντίστοιχων πληθυσμών που ζούσαν κυρίως σε εδάφη που διακρίνονταν για την εθνοτική τους ανάμιξη. Όταν αναμίχθηκε και η Σερβία η κατάσταση έγινε ακόμα πιο σύνθετη.

Έτσι, ο μακεδονικός αγώνας που είναι η ένοπλη ελληνοβουλγαρική διαμάχη στο επίσημο έδαφος της οθωμανικής αυτοκρατορίας από το 1904 ως την επανάσταση των Νεότουρκων το 1908, σε μια εποχή διάλυσης της αυτοκρατορίας, ήταν η περίοδος που χαρακτηρίζεται από την επιβεβαίωση της άμυνας των ελληνικών και των σλαβικών ελληνόφρονων πληθυσμών απέναντι στην επίθεση της βουλγαρικής Εξαρχίας, του βουλγαρικού κράτους και των ένοπλων κομιτατζήδων του. Ο δυισμός που δημιουργήθηκε στη συνέχεια μεταξύ του σουλτάνου και της σοβινιστικής στρατιωτικής αφρόκρεμας έδωσε και την ευκαιρία για να πληγεί ο Οθωμανός γίγαντας στους βαλκανικούς πολέμους αλλά και να αναδυθεί το αδιέξοδο μετά τη δεύτερη περίοδο του 1913, με τον ακρωτηριασμό της Βουλγαρίας από τη Σερβία και την Ελλάδα. Η δεύτερη αυτή φάση των βαλκανικών πολέμων με τις Σερβία-Ελλάδα υπό τις δυνάμεις της διευρυμένης Αντάντ και της Βουλγαρίας-Οθωμανών-Γερμανίας από την άλλη, ήταν το προοίμιο του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου στο έδαφος της Βαλκανικής. Η ταπεινωμένη Βουλγαρία της συνθήκης του Βουκουρεστίου το 1913 και οι μεγέθυνση της Ελλάδας-Σερβίας σε εδάφη της Μακεδονίας ήταν το νέο αγκάθι που θα μεγάλωνε με τον τερματισμό του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου στην περιοχή των Βαλκανίων. Η ήττα των κεντρικών δυνάμεων, των βουλγάρων και οθωμανών συμμάχων τους το 1919 της συνθήκης του Νεϊγί, θα απέδιδε μια ακόμα πιο ταπεινωμένη Βουλγαρία, μια αποδυναμωμένη οθωμανική αυτοκρατορία, μια Ελλάδα με προοπτική την ελληνική Ανατολή στη Μικρά Ασία και μια Σερβία κυρίαρχο της Σλοβενίας-Κροατίας των εδαφών της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και τμήματος της Μακεδονίας. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή μέσω γενοκτονιών που προπορεύτηκαν και την επιστέγασαν, που αποτελεί και τη λήξη του Ανατολικού ζητήματος με τη δημιουργία ενός νέου εύρωστου τουρκικού κράτους, πλέον η Βαλκανική και η Τουρκία βάδιζαν το δρόμο του εκσυγχρονισμού και της κατάρριψης των μοναρχικών μοντέλων. Στην Τουρκία το κοσμικό καθεστώς με ηγέτη τον Κεμάλ υπερισχύει, στη Βουλγαρία η Βουλγαρική Αγροτική Λαϊκή Ένωση με ηγέτη το Σταμπολίνσκι βάδιζε στο δρόμο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στο βασίλειο των Σέρβων-Σλοβένων-Κροατών επιχειρείται ο κοινοβουλευτισμός και στην Ελλάδα η πρώτη αβασίλευτη δημοκρατία διαμορφώνει το νέο της σύνταγμα. Η Μακεδονία και ο γεωγραφικός της χώρος μοιράστηκε οριστικά κυρίως μεταξύ της Ελλάδας και της Σερβίας και ένα πολύ μικρό τμήμα της αποδόθηκε στη Βουλγαρία.

Αυτή είναι η περίοδος όπου τα κομμουνιστικά κόμματα κατά το ευρωπαϊκό πρότυπο διαμόρφωσής τους και υπό τη σκέπη της οχύρωσης του σοβιετικού μοντέλου στην περιοχή αλλά και της δημιουργίας αναχωμάτων απέναντι στην αγγλογαλλική συμμαχία, ξεκινούν να συνεργάζονται με στόχο την Βαλκανική Ομοσπονδία. Σε αυτή τη συνεργασία, η χίμαιρα της εθνικής-κρατικής αυτοδιάθεσης ήταν ο απαραίτητος όρος για τη δημιουργία αστικών καθεστώτων στα οποία σύμφωνα με τον επίγονο του Μαρξ, Λένιν, θα μπορούσε προνομιακά το εργατοαγροτικό στοιχείο να προβεί σε επαναστάσεις που θα ωθούσαν στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό με βάση το σοβιετικό πρότυπο. Παράλληλα η αποσταθεροποίηση στα Βαλκάνια θα λειτουργούσε ως αντίβαρο στις προσπάθειες επίθεσης στη Σοβιετική Ένωση ενώ η μελλούμενη αποσύνθεση των ιμπεριαλιστών και των βαλκανικών προτεκτοράτων τους θα έδινε μια ώθηση στη σοβιετική επέκταση. Η Μακεδονία θα παίξει και αυτή τη φορά καταλυτικό ρόλο ενώ έστω και με σερβικές και ελληνικές αντιρρήσεις, τα βαλκανικά κομμουνιστικά κόμματα θα διαδραματίσουν ρόλο για τις σχεδιασμένες αποσχίσεις τόσο από το Γιουγκοσλαβικό «αστικοτσιφλικάδικο σερβικό» κράτος όσο και από το «ιμπεριαλιστικό» ελληνικό. Παρόλο το εθνικό μπραντεφέρ μεταξύ Γιουγκοσλαβικού Κομμουνιστικού Κόμματος και του αντίστοιχου Βουλγαρικού για τα ιστορικά δικαιώματα επί τους εδάφους και τα αντίστοιχα εθνικά ποσοστά, το ζήτημα της αυτοδιάθεση της Μακεδονίας θα αποτελέσει το κεντρικό εργαστήρι της ηγεσίας της Σοβιετικής Ένωσης, της Κομιντέρν (3η κομμουνιστική διεθνής), της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας και του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος σε συνδυασμό με τη διαφαινόμενη και προγραμματισμένη κομμουνιστική εξέγερση στη Βουλγαρία. Οι προγραμματικές συμφωνίες των πρωταγωνιστών αυτών με την ανασυνταχθείσα εθνικιστική ΕΜΕΟ στα 1923-1924 ήταν το αποτέλεσμα των θεωρητικών προσανατολισμών για τη χρήση του εθνικού ζητήματος ως βάσης για την προλεταριακή επανάσταση. Στο βάθος όμως, η σοβιετική επιστασία με την βασική αντίληψη της άμυνας απέναντι στην αγγλογαλλική δύναμη ενίσχυε την αναταραχή στα Βαλκάνια ως αντίβαρο, ενώ η ίδια ενίσχυε τον παντουρκικό-κεμαλικό παράγοντα.

Έτσι το μακεδονικό ζήτημα ως ζήτημα αρχών και σκοπιμοτήτων συνεχίστηκε τη δεκαετία του ’20, από το 1903 και την εξέγερση του Ίλιντεν, ως η ιδέα ενός έθνους πολυεθνικού και αντίβαρου στα σχέδια των αγγλογαλλικών επιρροών στη Σερβία και στην Ελλάδα και μάλιστα σε μια περίοδο που στην ελληνική Μακεδονία είχαν ήδη εγκατασταθεί 600.000 πρόσφυγες ενώ είχαν αποχωρήσει 200.000 βούλγαροι. Οι αποτυχίες του ΒΚΚ να πραγματοποιήσει εξεγέρσεις και η αποτυχία του σχεδίου της αυτοδιάθεσης της Μακεδονίας από την ΚΔ και τη ΒΚΟ οδήγησε μια περίοδο μιας απροκάλυπτης καταστολής και ενεργοποίησης όλων των εθνικιστικών αντανακλαστικών που ενίσχυσαν και ανέδειξαν το φασισμό στη Βουλγαρία. Αντίστοιχα, για τα πληθυσμιακά δεδομένα της ελλαδικής αριστεράς, η απίστευτη καταστολή και η ιδεολογική επίθεση που εξαπέλυσε το αστικό καθεστώς στην Ελλάδα έδινε το στίγμα της εποχής μέχρι και το 1941. Μέχρι την κατάρρευση της άρχουσας τάξης μέσα στην τριπλή κατοχή και την ανάπτυξη ενός πρωτοφανούς αντιστασιακού κινήματος, παρ’ όλο που το ΚΚΕ είχε ήδη αναθεωρήσει τη θέση του για την «αυτόνομη» Μακεδονία, το καθεστώς εδραίωσε την ιδεολογία του βασισμένη στον αντικομμουνισμό. Η περίοδος της βουλγαρικής κατοχής 1941-44, στην Ανατολική Μακεδονία-Θράκη κι αργότερα σε ολόκληρη την περιοχή, ανέδειξαν σκοπιμότητες οι οποίες σε ένα μεγάλο βαθμό συνέχισαν και επιβεβαίωσαν τον βουλγαρικό μεγαλοϊδεατισμό. Τα εγκλήματα της βουλγαρικής κατοχής στη Βόρεια Ελλάδα ήταν αντίστοιχα των γερμανών ναζί. Όμως η περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας ήταν αυτή που επιβεβαίωνε για μια ακόμα φορά τη σοβινιστική και επεκτατική πρόθεση από πλευράς του καθεστώτος της. Αφού η Βουλγαρία αναγκαστικά παραχώρησε τμήμα της Μακεδονίας στη Γιουγκοσλαβία μετά τη λήξη του πολέμου, η αναγνώριση των πορισμάτων της Αντιφασιστικής Συνέλευσης για την Εθνική Απελευθέρωση της Μακεδονίας (ASNOM) ήταν το αποφασιστικό βήμα του Τίτο από τη μια να εντάξει τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας στην Ομοσπονδία και από την άλλη να συνεχιστεί η αλυτρωτική πολιτική ως τμήμα της ευρύτερης πολιτικής της Ομοσπονδίας, στη μεριά της Ελλάδας και στη μεριά της Αλβανίας από την οποία απέσπασε το Κόσοβο. Το σύνταγμα της ίδιας της Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Μακεδονίας προέβλεπε την απελευθέρωση όλων των εδαφών της ιστορικής Μακεδονίας («…για την απελευθέρωση και των άλλων δύο τμημάτων του έθνους μας…») και αναγνώριζε το μακεδονικό έθνος. Σε αυτό συνέβαλε και η συνεργασία με το σλαβόφωνο ΣΝΟΦ-ΝΟΦ που επιδίωκε την αποκοπή της ελλαδικής Μακεδονίας κατά τη διάρκεια της κατοχής και του εμφυλίου και σε αντιπαράθεση με τους βούλγαρους φασιστες. Το μακεδονικό ξαναήλθε στην επιφάνεια: η 5η Ολομέλεια του ΚΚΕ επιβεβαιώνοντας τη θέση για την ελεύθερη Μακεδονία διατύπωσε και την πράξη αναγνώρισης. Από τότε, μετά από μια σειρά ενεργειών δολοφονικής καταστολής εναντίον της αριστεράς στην Ελλάδα, το μακεδονικό ζήτημα χρησιμοποιήθηκε για τις ιδιαίτερες συνθήκες διώξεων και πολιτικών εκκαθαρίσεων στην Ελλάδα. Η χρήσιμη εισφορά της «ανεξάρτητης» πολιτικής Τίτο προς τη δυτική συμμαχία ήταν αυτή που στη συνέχεια έγινε το έδαφος για τη συνθήκη του Βελιγραδίου μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας-Γιουγκοσλαβίας και της υποστολής του «μακεδονικού».

Η μετέπειτα καταστροφή της Γιουγκοσλαβίας και μετά την ανεξαρτησία της Σλοβενίας και της Κροατίας έδωσε την ευκαιρία στην ηγεσία της ΣΔΜ, το 1991 να κηρύξει την ανεξαρτησία της και να μετονομαστεί σε «Δημοκρατία της Μακεδονίας» με το ίδιο αλυτρωτικό σύνταγμα του 1944. Αυτή η πράξη ήταν που δημιούργησε παγκόσμια τριγμούς. Η Ελλάδα, μέλος όλων των διεθνών οργανώσεων πρόβαλε παντού βέτο σε κάθε αίτημα της «νέας χώρας» για την ένταξή της σε διεθνείς οργανισμούς της Δύσης, με απαίτηση την απαλοιφή του όρου «Μακεδονία» και των παραγώγων του, αλλαγής των συμβόλων και κατάργησης όρων του συντάγματος που προέβλεπαν μονομερή αλλαγή συνόρων. Η ενδιάμεση συμφωνία για αλλαγές στα σύμβολα, στο σύνταγμα και στην ονομασία, δεν έχουν αλλάξει δραματικά τις καταστάσεις από τότε. Αντίθετα από πλευράς πολιτικού συστήματος στην ΠΓΔΜ προβλήθηκε επίσημα και ανεπίσημα η ιδέα για τη δημιουργία ενός παγκόσμιου κέντρου μακεδονισμού, ανταγωνιστικού με τη Βουλγαρία και την Ελλάδα κι από την άλλη μεγεθύνθηκε ο ανταγωνισμός του πολιτικού συστήματος με την αλβανική μειονότητα με αποκορύφωμα τον πόλεμο του 2001 και την ειρηνευτική συμφωνία της Αχρίδας. Όλα δείχνουν ότι το «μακεδονικό ζήτημα» ως ζήτημα για την ονομασία σήμερα, άλυτο εδώ και περισσότερο από μια εκατονταετία, δεν πρόκειται να λυθεί στο πλαίσιο ανταγωνισμών χωρών που λίγο έως πολύ βρίσκονται εξαρτημένες από τα ίδια στρατιωτικά και οικονομικά επιτελεία της Δύσης. Από την άλλη ο εθνικισμός που χρησιμοποιείται ως αντίβαρο για τη δημιουργία συνοχής απέναντι στη νεοφιλελεύθερη επέλαση που πραγματοποιείται από τις ίδιες τις κυβερνήσεις οξύνει τις σχέσεις των δυο λαών, παρόλο που συμφωνίες εμπορίου ή ο τουρισμός έχουν αμβλύνει τις εντάσεις προσωρινά. Η τελευταία φάση, του προσφυγικού ζητήματος δεν μπόρεσε να φέρει σε επαφή κινήσεις από τις δυο πλευρές. Αντίθετα, η κυβέρνηση της ΠΓΔΜ κατάφερε πρώτη να κλείσει οριστικά τα σύνορα.

Με τη σημερινή ρευστότητα στις γεωπολιτικές σχέσεις και στη βάση της αλλαγής των συσχετισμών δυνάμεων, όλα είναι πιθανά σε συνάρτηση με δυσάρεστες εξελίξεις. Οι τελευταίες εξελίξεις στη διπλανή χώρα σε ένα αντιφατικό και σύνθετο περιβάλλον δρομολογούνται στην κατεύθυνση μιας επίπλαστης ειρήνευσης και σταθερότητας από τον αμερικανικό παράγοντα. Ύστερα από μια παρατεταμένη κρίση διακυβέρνησης εφόσον η σκληρή εθνικιστική πλευρά Γκρουέφσκι είχε χάσει την ομολογία πίστης στη δυτική συμμαχία τέθηκε ανοιχτά η απειλή μετά τις δηλώσεις του γερουσιαστή Ροχραμπάχερ για τη διάλυση του κράτους. Η τόνωση του αλβανικού παράγοντα την ίδια περίοδο στα Βαλκάνια από τις ΗΠΑ είχε την αντανάκλασή της στη νέα οργάνωση του κρατιδίου με προοπτική την ομοσπονδία. Έτσι για μια ακόμα φορά με βάση την απειλή περεταίρω αποσταθεροποίησης και διάλυσης κρατών, οι ΗΠΑ και οι διεθνείς οργανισμοί ΝΑΤΟ-ΔΝΤ-ΕΕ τέθηκαν επικεφαλής επίλυσης των κρίσεων που οι ίδιες δημιούργησαν. Η νέα περίοδος εξομάλυνσης για την ονομασία γίνεται υπό την αιγίδα των ΗΠΑ. Έτσι ο ανταγωνισμός των δυο κρατών διευθετείται από την αμερικανική επικυριαρχία βαθαίνοντας την εξάρτηση απέναντι σε ξεχωριστές απειλές. Από την άλλη ο κίνδυνος των αντισυσπειρώσεων είναι υπαρκτός: τόσο η εχθρότητα από πλευράς των ψηφοφόρων του εθνικιστικού κόμματος Γκρουέφσκι αλλά και των χρόνιων «υποδομών» για το μακεδονικό «Πεδεμόντιο» όσο και η υπόθεση της σύνθετης ονομασίας αποκτά σοβαρές διαστάσεις στην ελλαδική πλευρά. Σε μια ρευστή γεωπολιτική συνθήκη στα Βαλκάνια και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, η δημιουργία αξόνων με τον εχθρό του εχθρού μοιάζει σαν μια δυστοπία φερμένη απ’ τα παλιά.

Μετά από έναν αιώνα εθνικών και θρησκευτικών αντιπαραθέσεων στα Βαλκάνια έχουμε τη δυνατότητα να ξεκινήσουμε ένα διάλογο, στη βάση των κοινωνιών, που θα θέσει όλα τα ζητήματα τα οποία ιστορικά μας καθόρισαν και συνεχίζουν να μας καθορίζουν. Τα οριζόντια κινήματα είναι αυτά που ενάντια στον αδιέξοδο εθνικισμό και ενάντια στον χρήσιμο αλλοεθνικισμό (υπεράσπιση του άλλου εθνικισμού) θα θέσουν τη βάση του διαλόγου και την προοπτική της εξομάλυνσης. Αυτή είναι η γέφυρα με στόχο τη δημιουργία κοινών συμβουλίων ανθρώπων από τις δυο πλευρές των συνόρων που θα δώσουν το πρότυπο συνεργασίας, συνεννόησης και δημοκρατίας απέναντι σε αυτήν την αδιέξοδη κι ανόητη διαμάχη.

η μακεδονική εναλλακτική-από την περιπέτεια στη διάβαση της γέφυρας-από τα κράτη στο δημοκρατικό συνομοσπονδισμό

Το μακεδονικό ζήτημα είναι το πιο σύνθετο, το πιο πολύπλοκο και το πιο δυσεπίλυτο ζήτημα στο πλαίσιο του Ανατολικού ζητήματος αλλά και αργότερα στο πλαίσιο των διαρκών εθνικών-κρατικών διαμορφώσεων ως το τέλος του Β Παγκοσμίου Πολέμου στα Βαλκάνια. Μέχρι και σήμερα είναι άλυτο. Για τους διεθνείς οργανισμούς ΝΑΤΟ, ΔΝΤ και ΕΕ είναι υπόθεση ένταξης της χώρας στην διεθνή αγορά και στους στρατιωτικούς σχεδιασμούς. Για την Τουρκία που διατηρεί μια μικρή μειονότητα μέσα στη ΦΥΡΟΜ είναι η μια χώρα που μπορεί δυνητικά να παίξει στο μέλλον το ρόλο αποσταθεροποίησης του ελληνικού συστήματος ενώ πιθανόν να δώσει ρόλο στη μεγάλη αλβανική κοινότητα που ελέγχεται δια μέσου της θρησκευτικής προσκόλλησης. Για τη Σερβία ως εκπροσώπου της γιουγκοσλαβικής ενότητας, σήμερα, το μακεδονικό ζήτημα είναι η εδώ και 25 χρόνια ανεξαρτητοποίηση του νέου κρατιδίου από την Ομοσπονδία, για τη Βουλγαρία είναι το πάγιο ζήτημα του ιστορικού ακρωτηριασμού της. Για την Ελλάδα -στο πλαίσιο μελλοντικών συσχετισμών δυνάμεων- η ΦΥΡΟΜ χρησιμοποιεί με εθνική βαρύτητα το γεωγραφικό προσδιορισμό «Μακεδονία» επιβουλευόμενη εδάφη της ελλαδικής επικράτειας. Για το ίδιο το πολιτικό σύστημα της διπλανής χώρας στην οποία διαβιεί μια πολυπληθής αλβανική κοινότητα, το «μακεδονικό» ζήτημα είναι η αδικία που υφίσταται μια ολόκληρη κοινωνία με το να αμφισβητείται η εθνική της ταυτότητα.

Πίσω όμως από την ασάφεια και την αχλή που έχει τυλίξει το όλο ζήτημα κρύβεται μια ιστορική πραγματικότητα που αφορά έτσι κι αλλιώς όλη τη Βαλκανική στο μέτρο που κάθε ζωτικής σημασίας συνεργατική διαπραγμάτευση, κάθε βαλκανικό όραμα εκτοπίστηκε. Οι βασικοί παράγοντες ήταν:

α) οι ανταγωνισμοί των μεγάλων δυνάμεων που απέβλεπαν στο χώρο των Βαλκανίων ένα διάδρομο εξυπηρέτησης συμφερόντων ή μια αποικία επέκτασης των αγορών σε μια διφορούμενη ανάγνωση της σταθερότητας αλλά και της διάλυσης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας,

β) οι ίδιες οι αρχές της αυτοκρατορίας που επιδίωκαν να δημιουργήσουν ένα διχασμό ανάμεσα στους διεκδικητές του νόμιμου γεωγραφικού της χώρου και τέλος οι ίδιες οι εθνικές-κρατικές διαμορφώσεις,

γ) η σχεδόν καθολική αποδοχή της δημιουργίας μοντέρνων εθνών-κρατών (ένα έδαφος-ένα κράτος-ένας λαός) που θα επέβαλαν την ιεραρχία στην οικονομία, την κοινωνία και την πολιτική.

Η συγκατοίκηση διαφόρων εθνοτήτων στο έδαφος της ιστορικής Μακεδονίας που αντιπροσώπευε την επικράτεια δυο οθωμανικών βιλαετιών, της Θεσσαλονίκης και του Μοναστηρίου, σε μια εποχή που το νέο αστικό πρότυπο έδινε στο έθνος την προτεραιότητα ολοκλήρωσής του, έγινε το βασικό πρόβλημα διανομής σε επικράτειες. Κι αυτό μάλιστα όταν οι ίδιος ο παραδοσιακός αγροτοκτηνοτροφικός χαρακτήρας της περιοχής με τις φεουδαρχικές του αντιλήψεις αδυνατούσε στο να δώσει ό ίδιος λύσεις. Η αργή κοινωνική εξέλιξη έδωσε τη δυνατότητα στις μεγάλες δυνάμεις όπως και στις οθωμανικές αρχές το προβάδισμα ενώ τα άλλα δυο κράτη, το σερβικό και το ελληνικό, που είχαν ήδη διαμορφωθεί από το 1804 και το 1832 αντίστοιχα, είχαν ήδη διαδώσει τις εκδοχές βαλκανικού πρότυπου κράτους. Ενός κράτους που η διαγωγή του ήταν πάντα σε διαρκείς εξετάσεις από τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων και των διαφορών τους, ενός κράτους που η κοινωνική του συνοχή εξαρτάτο από τις απόπειρες εφαρμογής αλυτρωτικής πολιτικής. Από κει πήρε το νήμα ο βουλγαρικός εθνικισμός που πρόβαλε τη μακεδονική επικράτεια ως αποκλειστική του ιδιοκτησία.

Σήμερα, μετά το πολιτειακό όραμα του Ρήγα, μετά την τραγική αποτυχία των κομμουνιστικών κομμάτων στα Βαλκάνια, βρισκόμαστε μπροστά στο παρόν και το μέλλον της περιοχής. Το πώς δηλαδή, θα μπορέσουμε να θέσουμε τις βάσεις για τη συνεργασία των λαών στα Βαλκάνια, γνωρίζοντας όσο γίνεται καλύτερα τις αδυναμίες που δεν είναι εγγενείς αλλά επίκτητες κι απότοκες μιας σύνθεσης παραγόντων ιστορικών: η αποικιοκρατία, η πολιτική και η οικονομική ανισότητα, ο εθνικισμός, η πνευματική καθήλωση κι ακόμα η οικολογική ισορροπία που διαταράσσεται έντονα. Η αντιστροφή αυτών των όρων είναι μέσα στα καθήκοντα των ανθρώπων που επιθυμούν να αλλάξουν τον κόσμο σε κατευθύνσεις ισότητας, αλληλεγγύης και δικαιοσύνης, όχι από κει που τον βλέπουν με τα μάτια της θεωρήσεων αλλά από εκεί που αυτός βρίσκεται. Το μακεδονικό ζήτημα, δίπλα σε όλα τα προβλήματα που σχετίζονται με την σύγχρονη αναθεωρητική λογική και η οποία συνάδει με αλληλοσυγκρουόμενους στόχους των ηγεμονικών δυνάμεων, σε μια εποχή νέας ρευστότητας και ανακατανομής δυνάμεων, είναι σημαντικό προς διερεύνηση με στόχο τη δημιουργία γεφυρών από την πλευρά των λαών. Για αυτό και το να θέσουμε δάκτυλον επί τον τύπο των ήλων-μη εξαλείφοντας ή μη κατευνάζοντας τις πληγές με τα μάτια της ιδεολογίας είναι κάτι παραπάνω από απαραίτητο. Έτσι κι αλλιώς ο σύγχρονος αναθεωρητισμός και οι επεκτάσεις από την τουρκική Ανατολή και την ευρωαμερικανική Δύση βασίζεται πάνω στην ιχνηλασία επί αυτών των πληγών διαιρώντας περεταίρω τους λαούς είτε με βάση το θρησκευτικό ζήτημα είτε με βάση την εθνική απώλεια. Σε κάθε περίπτωση η οργανική τους σύζευξη αποτελεί κι ένα επιπλέον φυτίλι για την έκρηξη.

Η δημοκρατική αυτονομία και ο δημοκρατικός συνομοσπονδισμός ως μια εποικοδομητική θεώρηση και κοσμοαντίληψη που συνδυάζει τον κοινοτισμό-διεθνισμό, τον οικονομικό συνεργατισμό, την οικολογία, τη δημοκρατία και τα κοινωνικά δικαιώματα θέτει το έδαφος μιας νέας δικαιοσύνης και διαλόγου. Η εφαρμογή του μέχρι και σήμερα, στη Συρία και στην Τουρκία, μας δίνει τη δυνατότητα να οραματιστούμε έναν ορίζοντα διεθνών συνεργασιών, μιας άλλης οικονομίας, ενός αποκεντρωμένου, δημοκρατικού και ομόσπονδου περιεχομένου στην πολιτική, της άμυνας απέναντι στην ισλαμοφασιστική απειλή και στα εθνικιστικά ρεύματα, της συνεργασίας των εθνοτήτων και των θρησκευτικών-φιλοσοφικών ρευμάτων στα πληγωμένα Βαλκάνια. Η πληγωμένη Μέση Ανατολή από τις εθνικοθρησκευτικές διαμάχες, την ιμπεριαλιστική επέκταση και την νέο-Οθωμανική κηδεμονία, το σιωνιστικό σοβινισμό ή τις εθνικιστικές αραβικές εξάρσεις κι από το νέο προσφυγικό ρεύμα, δείχνουν ένα διάδρομο που οφείλουμε να δούμε σε μια γεωγραφική περιοχή που συνδυάζει την Ανατολή, την Ευρώπη, τα Βαλκάνια, τη Μεσόγειο. Είναι ο δικός μας κουρδικός διάδρομος.

Σήμερα έχουμε κάθε δυνατότητα να αποφύγουμε τα λάθη παλαιότερων γενεών που μας άφησαν παρακαταθήκη. Τόσο ο ρομαντικός εθνικισμός της διεκδίκησης αλύτρωτων εδαφών όσο και η κατά Λένιν αυτοδιάθεση των βαλκανικών εθνών, με στόχο τη διασάλευση της αγγλικής επικυριαρχίας οδήγησε σε τραγωδίες τα Βαλκάνια, με χαρακτηριστική αυτήν του μακεδονικού ζητήματος. Από την άλλη, σήμερα, η διαπραγμάτευση των εθνικών ζητημάτων στο πλαίσιο των εμπορικών δρόμων, των διαδρόμων για τη μεταφορά ενεργειακών φορτίων, της ευρωπαϊκής-ΝΑΤΟϊκής επέκτασης των αγορών και της δημιουργίας στρατιωτικής περικύκλωσης του ρωσικού παράγοντα, της νέο-οθωμανικής υποδούλωσης στην «πίσω αυλή» της, της όξυνσης του θρησκευτικού ζητήματος με αιχμή την ισλαμοφασιστική απειλή μέσα στα Βαλκάνια, της εθνικιστικής εκδίπλωσης από κάθε πλευρά, της αναμόχλευσης ζητημάτων που εμπίπτουν ευκαιριακά με αντικρουόμενα συμφέροντα, μάς θέτουν ωμά τις αδυναμίες στις οποίες έχουμε περιπέσει ακολουθώντας τα πρότυπα αυτής της εξαρτημένης εθνικής ολοκλήρωσης. Είναι καιρός, αναγνωρίζοντας τις εθνικές και θρησκευτικές ταυτότητες να παροτρύνουμε στο να εκφραστούν δυναμικά, συνεργατικά και με στόχο νέες αφηγήσεις ελευθερίας και ειρήνευσης. Τα αυτόνομα συμβούλια, θεσμοί που επιλύουν ή προσπαθούν να επιλύσουν στην πράξη όλους τους διαχωρισμούς στο κατακερματισμένο σώμα των κοινωνιών είναι οι νέα μας εφαρμοσμένη στη Μέση Ανατολή, δυνατότητα, για να μπορέσουμε με εμπόδια να προσχωρήσουμε στη συνεργασία των λαών της Βαλκανικής. Αλβανοί, σλάβοι, βούλγαροι, έλληνες και τούρκοι, πρόσφυγες και μετανάστες και ρομά, μειονότητες και ντόπιοι, μπορούμε να δημιουργήσουμε γέφυρες αρκεί να βρούμε τις πραγματικές όχθες που αυτές θα χτιστούν. Και οι όχθες σε κάθε περίπτωση μας υ&p