το “μακεδονικό”-Η ΕΛΛΗΝΟΣΛΑΒΙΚΗ ΔΙΑΜΑΧΗ ΚΑΙ Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΗΣ

Η ΕΛΛΗΝΟΣΛΑΒΙΚΗ ΔΙΑΜΑΧΗ ΚΑΙ Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΗΣ

Σε ένα σκηνικό που έχει στηθεί από την πρόδηλη διάθεση του ΝΑΤΟ να εντάξει την πΓΔΜ στις εδαφικές του επικράτειες με απώτερο στόχο να περιορίζει τη Ρωσία στον ασιατικό της ρόλο, η απάντηση βρίσκεται στη Ροζάβα που εδώ και μια εβδομάδα βομβαρδίζεται από την Τουρκία. Η ελληνική αντισυσπείρωση, απέναντι στις πάγιες αξιώσεις της διπλανής χώρας ακόμα και μετά τη δήθεν αναθεώρηση του συντάγματος του 1991 (1944) που μονομερώς προέβλεπε την επέκταση των εδαφών της προς την Ελλάδα και τη Βουλγαρία, βρίσκεται ακριβώς στην ίδια θέση να τονίζει τη βαλκανική αντίφαση: πως το βάθεμα της εξάρτησης είναι μοναδικός παράγοντας σταθερότητας και αποσταθεροποίησης στην περιοχή. Από την άλλη, οι εγχώριοι φίλοι του αλυτρωτισμού της διπλανής χώρας στο ίδιο αποσκοπούν, σε μια σταθερότητα που οι εθνικισμοί θα λείψουν ως δια μαγείας: με χρήμα και ασφάλεια-τι ονειρεύεται άλλωστε και τι προπαγανδίζει κάθε συστημικός αριστερός; Εχθροί και φίλοι του αλυτρωτισμού της διπλανής χώρας, με τη μια ή με την άλλη οπτική συμφωνούν: στην αρραγή Νοτιοατλαντική Συμμαχία και στην ΕΕ. Αυτά σημαίνουν στρατιωτική επέκταση στα Βαλκάνια από πλευράς των ΗΠΑ και ολοκληρωτική ένταξη των οικονομιών, μέσω ΕΕ, στη διεθνή αγορά με μεταρρυθμίσεις που ήδη έχουν επιφέρει φτωχοκτονία, καταστροφή υποδομών, παρασιτισμό και ανεργία. Όμως για να μπορέσουν να συμβούν, στον μεγαλύτερο βαθμό, και οι δυο αυτές προοπτικές της ηγεμονίας πρέπει να εξασφαλιστεί η ξεχωριστή υποταγή των εμπλεκομένων κι από την άλλη η διαίρεσή τους. Έτσι με την απειλή της διαίρεσης της πΓΔΜ κατάφεραν να εξασφαλίσουν μια οριακή κυβερνητική πλειοψηφία που θα μπορούσε να κάνει αυτή τη χρήσιμη δουλειά του αμερικανικού και ευρωπαϊκού παράγοντα καθώς το προηγούμενο κυβερνητικό κόμμα είχε επιδοθεί σε μια μάχη απομονωτισμού, αλυτρωτισμού και κινήσεων προς τη Ρωσία.

Από την μεριά της η ελληνική κυβέρνηση που οριστικά τέθηκε υπό την αιγίδα των ΗΠΑ, έτοιμη να ενδώσει σε μια ονομασία επιθυμητή για τη διπλανή χώρα, εξευμενίζει τον αμερικανικό παράγοντα προκειμένου σε ένα ενιαίο πλαίσιο να δώσει λύσεις τόσο στο αγκάθι της οικονομίας όσο και στον ελέφαντα των εθνικών ζητημάτων. H από κάθε άποψη κατευναστική πολιτική του ελληνικού κράτους εκεί αποσκοπεί, όπως άλλωστε και των υπολοίπων στα Βαλκάνια, καθώς περνάει ο χρόνος προσαρμογής: να αποτρέπει απειλές διαμέσου της στρατιωτικής και οικονομικής εξάρτησης από τη Δύση. Έτσι συνέβη και με την πΓΔΜ προκειμένου να αποτραπεί η απειλή της διάλυσης και διαμοιρασμού της. Αυτό είναι ένα σημείο αυτού του φαύλου κύκλου που ορίζεται: αναζωπύρωση του εξαρτημένου εθνικισμού > σύγκρουση με τη διπλανή χώρα > συντονισμένες απειλές από την ίδια την ηγεμονία ή τα ενεργούμενά της > βάθεμα της εξάρτησης > προβλήματα που αναφύονται από αυτήν > αναζωπύρωση του εξαρτημένου εθνικισμού > κλπ. Τα αποτελέσματα της κηδεμονίας είναι οι αρνητικές εθνικές και οικονομικές επιπτώσεις. Έτσι, αναζωπυρώνεται ο εθνικισμός ως αντίδοτο και φάρμακο δια πάσαν νόσον και μαλακίαν και εκεί εμφανίζεται ο δυτικός παράγοντας ως διαιτητής και προστάτης με στόχο να εξαφανίσει την επιρροή του ρωσικού. Από την άλλη, ο μόνος τρόπος επέλασης της ηγεμονίας είναι το να διαιρεθούν τα Βαλκάνια σε εύχρηστα προτεκτοράτα. Έτσι ωθούν στον εθνικισμό για να είναι πιο εύκολη η διείσδυση μέσω του ελέγχου των διαπραγματευόμενων μερών.

Από την άλλη, η Ρωσία που αποβλέπει στο να επιφέρει τα μεγαλύτερα δυνατά πλήγματα στη δυτική συμμαχία είναι ο άλλος παράγοντας αποσταθεροποίησης που διαχρονικά εμβάλλει στην ευρύτερη περιοχή. Δεν είναι τυχαία η τακτική της συμμαχία με την Τουρκία, που έχει μετατραπεί σε στρατηγική, με στόχο τη ρωγμή στο ΝΑΤΟ, διαμέσου ανταγωνισμού ΗΠΑ-Τουρκίας με αφορμή και αιτία το κουρδικό. Από τα πολιτικά συστήματα στα Βαλκάνια, η Ρωσία είναι πλέον απόβλητη πλην του εδάφους της Σερβίας η οποία κρατά ίσες αποστάσεις και με εξαιρέσεις αντιπολιτεύσεις ή απομεινάρια των πολιτικών συστημάτων που, είτε έχουν σχέσεις με ρώσους παράγοντες από το κομουνιστικό παρελθόν είτε με αυτόν τον τρόπο μπορούν να κάνουν αντιπολίτευση είτε διότι η εγγύτητα της Ρωσίας δεν αφήνει περιθώρια, διατηρούν σχέσεις μέσα σε μια δίνη γεωπολιτικών ανακατατάξεων. Άλλωστε οι ίδιες αποτελούν τα πιθανά επόμενα χαρτιά του πολιτικού συστήματος.

Τέλος, η Τουρκία αποτελεί έναν εντελώς ξεχωριστό παράγοντα εξελίξεων στα Βαλκάνια. Έχοντας δημιουργήσει, μετά τις μεγάλες αλλαγές του ’90, ένα ευρύ υποστηρικτικό δίκτυο της πολιτικής της, έχοντας μειονότητες σε τρεις κατ’ εξοχήν ορθόδοξες χώρες έχει μια πολιτική «συντήρησης» των επιρροών της με στόχο το μέλλον. Την περίοδο αυτή που έχει εξελιχθεί σε τοπική ηγεμονία ως η 2η δύναμη στο ΝΑΤΟ, επιδιώκει να τακτοποιήσει το άμεσο ζήτημα του κατεχόμενου Κουρδιστάν στη χώρα της και να καταστείλει στρατιωτικά το κουρδικό κίνημα στη Συρία και στο Ιράκ. Η επέμβαση στο Αφρίν και η μελλούμενη στο κουρδικό Ιράκ πιθανόν να κρίνει και τα ζητήματα που αφορούν την Κύπρο, το Αιγαίο, τις μουσουλμανικές μειονότητες και τα δίκτυα στήριξης σε όλη τη Βαλκανική. Η έκβαση μάλιστα στην υπόθεση αυτή θα κρίνει και την συνέχεια του ΝΑΤΟ.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον το ζήτημα των ελληνοσλαβικών διαφορών με τη διπλανή χώρα πήρε μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα διαστάσεις. Η σχεδόν σύγκαιρη ανάδειξη των δυο φιλοΝΑΤΟικών και φιλοαμερικανικών κυβερνήσεων και στις δυο χώρες ήταν η καλύτερη ευκαιρία για να κλείσει το χάσμα και να επανεκκινηθεί η ένταξη της μιας στο ΝΑΤΟ χωρίς το βέτο της άλλης και ταυτοχρόνως να ικανοποιηθούν οι ατζέντες του ΔΝΤ που περιμένει στη γωνία για τις μεταρρυθμίσεις και τη εδραίωσή του στην Ελλάδα. Αυτό φάνηκε στο Νταβός, στο οικονομικό φόρουμ όπου μπήκαν στο σύνολό τους τα ζητήματα που αφορούν την επέκταση της νεοφιλελεύθερης λογικής και ταυτοχρόνως της επίλυσης της ονομασίας. Στο σύνολό τους τα ελλαδικά κόμματα επιθυμούν το κλείσιμο του ζητήματος της ονομασίας, το καθένα όμως με τις διαφορετικές πτυχές που θέτει έτσι ώστε να μην συμβεί με την ευθύνη ενός πολιτικού κόστους. Για αυτό και η ονομασία της χώρας λειτουργεί ως κάλυμμα για όλη αυτή τη μεθόδευση την οποία αντιμάχεται ένα πατριωτικό-αμυντικό ρεύμα που τέμνει στην κυριολεξία όλο το πολιτικό φάσμα της χώρας. Μέσα σε αυτό αναδύονται νέες πολιτικές φιγούρες που πιθανά να διαδραματίσουν το χρήσιμο ρόλο αναδιοργάνωσης της πολιτικής ως ακολουθία ψηφοφόρων, κυρίως με εθνική ατζέντα. Τα μεγάλα συλλαλητήρια στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα αυτό το ρόλο θα παίξουν μετά το ταβάνι της αγανάκτησης: τη δεξαμενή ψήφων σε νέους ηγέτες και σχηματισμούς.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό φιλομακεδόνων και αντιμακεδόνων το οριζόντιο κίνημα στο σύνολό του λειτουργεί με εξαρτημένα αντανακλαστικά: όταν βλέπει ελληνικές σημαίες τρέχουν τα σάλια του. Πεινάει και θέλει να φάει φασίστες. Απομονώνοντας τα όσα αφορούν την ελληνική αφήγηση της ιστορίας, εστιάζοντας σε συγκεκριμένα γεγονότα, αποκόπτοντας τη συνολική ιστορία των Βαλκανίων από την εθνική εξιστόρηση έχει μετατραπεί σε οιονεί υποστηριχτή της έτερης εθνικιστικής μισαλλοδοξίας, σε ένα αλλοεθνικιστικό συνονθύλευμα. Αν εξαιρέσει κανείς ελάχιστες συλλογικότητες που μιλούν ορθά! για τον ιμπεριαλισμό και το ΝΑΤΟ όλο το υπόλοιπο συνεχές του χώρου υποκλίνεται στους μονομερείς όρους του διπλανού κράτους για τη «Μακεδονία». Με την επίφαση ενός ακατέργαστου διεθνισμού («Κάτω όλοι οι εθνικισμοί» κλπ) που δεν αναφέρεται στους όρους συνεργασίας κινημάτων και στόχων τους, με την ατσούμπαλη ταξικιστική προσέγγιση για χώρες που δεν είχαν ούτε έχουν τις απαραίτητες προϋποθέσεις ύπαρξης μαζικού προλεταριάτου, μεγεθύνει τη γελοιότητα ακραίων στοιχείων του νεοσύστατου και θνησιγενούς πατριωτικού χώρου και πέφτει στην παγίδα της προβοκάτσιας της άκρας δεξιάς. Η τελευταία, κατακερματισμένη και γεμάτη ηγετίσκους που επιδιώκουν να αναλάβουν τον εθνικιστικό χώρο μετά τη συνεχόμενη κοινωνική κάθοδο της Χρυσής Αβγής προσπάθησε με την ακτιβιστική ατζέντα της να μετατρέψει την πατριωτική αντισυσπείρωση σε μια βεντέτα με τον αναρχικό χώρο. Αυτό το κατάφερε με την πυρπόληση της κατάληψης Λιμπερτάτια στη Θεσσαλονίκη. Στη Αθήνα δεν έγινε κάτι τέτοιο. Οι γενναίες παρεμβάσεις του Γιώργου Καλαϊτζίδη από την ομάδα Ρουβίκωνας, ενδεικτικές του κλίματος ενός τμήματος του χώρου να μην ενδώσει ούτε στο φιλομακεδονισμό των Προπυλαίων αλλά και να μην αφήσει σπιθαμή χώρου στους φασίστες, είχαν τα ευεργετικά τους αποτελέσματα. Η κατάσταση όμως παραμένει ως έχει παρ’ όλο που φαίνεται ότι μια πηγαία μετατόπιση δείχνει ότι ένα τμήμα των αναρχικών θέλει να τερματίσει το ρόλο του χρήσιμου ηλιθίου της παγκοσμιοποίησης.

Είναι πολύ αργά για να αποτραπούν εξελίξεις, είναι πολύ νωρίς για να ξεκινήσουμε να σχεδιάζουμε τις επόμενες. Γιώργος Κυριακού

Ιστορικό πλαίσιο, τομές και συνέχειες

1991: «Στηριζόμενη στην ιστορική, πολιτιστική, πνευματική και κρατική κληρονομιά του μακεδονικού λαού και στον μακραίωνα αγώνα του για εθνική και κοινωνική ελευθερία, καθώς και για τη δημιουργία του δικού του κράτους και ιδίως στις κρατικο-νομικές παραδόσεις της Δημοκρατίας του Κρουσόβου και στις ιστορικές αποφάσεις της Αντιφασιστικής Συνέλευσης Λαϊκής Απελευθέρωσης της Μακεδονίας …η Βουλή της Δημοκρατίας της Μακεδονίας υιοθετεί το Σύνταγμα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας».

1944: «…Αυτή την ιστορική ημέρα, την ημέρα του Προφήτη Ηλία (Ilinden) του 1944, μοιραία για την εξέλιξη του μακεδονικού λαού, για πρώτη φορά στην ιστορία του λαού μας συνεκλήθη ένα εθνικό συμβούλιο, το ASNOM, ως σύμβολο εθνικής χειραφέτησης και ανακήρυξης μακεδονικού κράτους για πρώτη φορά στην ιστορία από την εποχή του Σαμουήλ, αποτελώντας κορυφαία και αποφασιστική καμπή στην ιστορία του λαού μας, σημαδεύοντας την απαρχή μιας νέας εποχής, μιας εποχής δημιουργικής εργασίας, εθνικής ζωής, μιας εποχής προόδου. Αυτήν την ιερή ιστορική στιγμή οφείλουμε να διακηρύξουμε ότι για αιώνες ο μακεδονικός λαός πολεμά σκληρά και καταβάλλει υπεράνθρωπες προσπάθειες με σκοπό τη χειραφέτηση ολόκληρου του μακεδονικού έθνους μέσα σ’ ένα ελεύθερο μακεδονικό κράτος. Αυτή τη στιγμή, όταν όλες οι αγωνιζόμενες δυνάμεις στη Μακεδονία έχουν ριχτεί στη μάχη ενάντια στους φασίστες κατακτητές, καλούμε και τα άλλα δύο τμήματα του μακεδονικού λαού να πάρουν μέρος στο μεγάλο αντιφασιστικό μέτωπο, αφού αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να κερδίσουμε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και το πέρασμα που οδηγεί στην ένωση ολόκληρου του μακεδονικού έθνους σε μια ελεύθερη κοινότητα των χειραφετημένων λαών της Γιουγκοσλαβίας. Το αγωνιζόμενο Πεδεμόντιο της Μακεδονίας έχει με πάθος διακηρύξει ότι θα προσφέρει κάθε βοήθεια και δεν θα φεισθεί θυσιών για την απελευθέρωση και των άλλων δύο τμημάτων του έθνους μας και για την τελειωτική ένωση ολόκληρου του μακεδονικού λαού. Όταν γνωρίζουμε ότι το αγωνιζόμενο Πεδεμόντιο της Μακεδονίας αποτελεί τμήμα της Γιουγκοσλαβίας του Τίτο, τότε φαίνεται καθαρά πόσο μεγάλη μπορεί να είναι η υποστήριξη που διαθέτουμε και πόσο σταθερή είναι η επιθυμία μας για την ένωση ολόκληρου του έθνους μας…Έχοντας υπόψη τα προαιώνια ιδανικά του λαού της Μακεδονίας, το πρώτο Μακεδονικό Εθνικό Συμβούλιο διακηρύσσει σε ολόκληρο τον κόσμο το δίκαιο και σταθερό του πόθο για την ενοποίηση όλου του μακεδονικού λαού στη βάση του δικαιώματος για αυτοδιάθεση. Αυτό θα έθετε ένα τέλος στην καταπίεση του λαού της Μακεδονίας σε όλα τα τμήματα της και θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για γνήσια αλληλεγγύη και ειρήνη μεταξύ των βαλκανικών λαών».

Σήμερα, μετά τις «αναθεωρήσεις» της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης:

Τροπολογία 4, Προοίμιο: «Οι πολίτες της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, ο Μακεδονικός λαός καθώς και οι πολίτες που ζουν εντός των συνόρων της, και είναι μέλη του Αλβανικού λαού, του Τουρκικού λαού, του βλάχικου, του Σερβικού, του Ρομανί, του Βοσνιακού λαού και άλλων παίρνουν την ευθύνη για το παρόν και το μέλλον της πατρογονικής γης, γνωρίζοντας και ευγνωμονώντας τους προγόνους για τις θυσίες και την αφοσίωση τους στον αγώνα τους για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους της Μακεδονίας και υπεύθυνοι για τις μελλοντικές γενεές να διατηρήσουν και να αναπτύξουν ό,τι είναι πολύτιμο από την πλούσια πολιτιστική κληρονομιά και τη συνύπαρξη εντός της Μακεδονίας, τα ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις έναντι του κοινού καλού – Δημοκρατίας της Μακεδονίας – σύμφωνα με την παράδοση της Δημοκρατίας του Κρούσοβο και τις αποφάσεις του Αντιφασιστικής Λαϊκής Απελευθερωτικής Συνέλευσης της Μακεδονίας (ASNOM) και το δημοψήφισμα της 8ης Σεπτεμβρίου, 1991, αποφάσισαν να συστήσουν τη Δημοκρατία της Μακεδονίας ως ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος…»

Τροπολογία 1, άρθρο 119: «Η Δημοκρατία της Μακεδονίας δεν έχει εδαφικές αξιώσεις έναντι οποιουδήποτε γειτονικού κράτους. Τα σύνορα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας μπορούν να αλλάξουν μόνο σε συμφωνία με το Σύνταγμα και στην αρχή της ελεύθερης βούλησης, καθώς και σε συμφωνία με τους γενικώς αποδεκτούς διεθνείς κανόνες»

Το μακεδονικό ζήτημα γεννήθηκε την εποχή που ξεκίνησε να διαμορφώνεται η βουλγαρική εθνική συνείδηση, αρχής γενομένης από τη διεκδίκηση για την πραγματοποίηση της θείας λειτουργίας στη βουλγαρική γλώσσα, στα μέσα του 19ου αιώνα. Απέκτησε μορφή με την αναγνώριση της Βουλγαρικής εκκλησιαστικής Εξαρχίας ως αυτόνομης οντότητας από τις οθωμανικές αρχές στα 1870 που είχε στόχο το σχίσμα και τη διαίρεση πατριαρχικών-σχισματικών, διαίρεση που απέκτησε διαστάσεις εθνικού ανταγωνισμού ελλήνων-βουλγάρων. Όταν η αλλαγή πλεύσης της Ρωσικής δύναμης από το ελληνικό ενδιαφέρον μεταστράφηκε στον πανσλαβισμό, με στόχο την κάθοδο στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο, βρήκαν τη βουλγαρική εθνική διαμόρφωση πρόθυμη στο σχεδιασμό τους. Μετά το ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-1878 και τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου που παρέδιδε στη «Μεγάλη Βουλγαρία» δυο Βουλγαρίες, δηλαδή ένα μεγάλο τμήμα των βιλαετιών της πολυεθνικής Μακεδονίας, ήδη είχε ξεκινήσει να μπαίνει στη μηχανή του ατμού ο διχασμός καθώς κι από την ελληνική πλευρά ξεκίνησαν οι διαμαρτυρίες. Το συνέδριο του Βερολίνου, την ίδια χρονιά, κατεύνασε αλλά και περιόρισε τα ρωσικά επεκτατικά σχέδια από άλλα επεκτατικά των Αγγλογάλλων και της Αυστροουγγρικής Συμμαχίας. Έτσι, οι δυο Βουλγαρίες που τυπικά αποκόπηκαν, με στόχο την Ένωσή τους έγιναν η αρχή για το βουλγαρικό μεγαλοϊδεατισμό. Σε μια περίοδο που ξεκίνησαν και οι ένοπλες επεμβάσεις στη Μακεδονία εκ μέρους της Βουλγαρίας μέσω ημιπαράνομων οργανώσεων για τη βαθμιαία προσάρτηση ναών στη βουλγαρική Εξαρχία, τη δημιουργία ή προσάρτηση αντίστοιχων σχολείων στη βουλγαρική γλώσσα με την συναίνεση των οθωμανικών αρχών, όταν προσάρτησαν χωρίς αντιδράσεις την Ανατολική Ρωμυλία, το άλλο βουλγαρικό κράτος στα 1885 στη συνολική επικράτεια, τότε ξεκίνησε από πλευράς εθνικών συσπειρώσεων, στην Ελλάδα, το μακεδονικό ζήτημα και η διεκδίκηση της Μακεδονίας. Πράγματι στη ΝΔ Μακεδονία επικρατούσε ο ελληνικός πληθυσμός ενώ στη μεσαία ζώνη ο σλαβικός ή σλαβόφωνος πληθυσμός που στις αστικές περιοχές είχε κατά κύριο λόγο ελληνική συνείδηση και ήταν στενά συνδεδεμένος με το Πατριαρχείο.

Στα 1893 η δημιουργία της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (VMRO) από βούλγαρους επαναστάτες με κεντρικό σύνθημα «η Μακεδονία στους μακεδόνες» έβαλε με πιο συγκεκριμένο τρόπο το νερό στο αυλάκι όσον αφορά τις μελλοντικές διαμορφώσεις. Είτε ως τμήμα της Ανωτάτης Επιτροπής Σόφιας (βερχοβιστές-πανσλαβιστές), είτε ανταγωνιστικά, λόγω της διάστασης μεταξύ προσάρτησης και αυτοδιάθεσης, η ΕΜΕΟ ήταν αυτός ο ένοπλος-πολιτικός πόλος ο οποίος πρωτοστάτησε για τη αποκοπή των μακεδονικών εδαφών από την Οθωμανική αυτοκρατορία. Η αποτυχημένη εξέγερση του Ίλιντεν το 1903 για την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τον Οθωμανικό ζυγό ήταν η επίσημη αρχή για μια σειρά διεκδικητικών ενεργειών από πλευράς του βουλγαρικού παράγοντα. Η Ελλάδα, εκ μέρους του ντόπιου στοιχείου στη Μακεδονία που συνεργάστηκε με μυστικές στρατιωτικές αποστολές συσπειρώθηκε ενάντια στο σλαβικό μακεδονισμό. Το «η Μακεδονία τους μακεδόνες» φαινόταν εμφατικά να λύνει το ζήτημα μιας πολυσυλλεκτικής κατεχόμενης περιοχής αν δεν υπήρχε το ζήτημα της προσάρτησής της από το βουλγαρικό κράτος και το ελληνικό κράτος καθώς και της αντίστοιχης σύγκρουσης των αντίστοιχων πληθυσμών που ζούσαν κυρίως σε εδάφη που διακρίνονταν για την εθνοτική τους ανάμιξη. Όταν αναμίχθηκε και η Σερβία η κατάσταση έγινε ακόμα πιο σύνθετη.

Έτσι, ο μακεδονικός αγώνας που είναι η ένοπλη ελληνοβουλγαρική διαμάχη στο επίσημο έδαφος της οθωμανικής αυτοκρατορίας από το 1904 ως την επανάσταση των Νεότουρκων το 1908, σε μια εποχή διάλυσης της αυτοκρατορίας, ήταν η περίοδος που χαρακτηρίζεται από την επιβεβαίωση της άμυνας των ελληνικών και των σλαβικών ελληνόφρονων πληθυσμών απέναντι στην επίθεση της βουλγαρικής Εξαρχίας, του βουλγαρικού κράτους και των ένοπλων κομιτατζήδων του. Ο δυισμός που δημιουργήθηκε στη συνέχεια μεταξύ του σουλτάνου και της σοβινιστικής στρατιωτικής αφρόκρεμας έδωσε και την ευκαιρία για να πληγεί ο Οθωμανός γίγαντας στους βαλκανικούς πολέμους αλλά και να αναδυθεί το αδιέξοδο μετά τη δεύτερη περίοδο του 1913, με τον ακρωτηριασμό της Βουλγαρίας από τη Σερβία και την Ελλάδα. Η δεύτερη αυτή φάση των βαλκανικών πολέμων με τις Σερβία-Ελλάδα υπό τις δυνάμεις της διευρυμένης Αντάντ και της Βουλγαρίας-Οθωμανών-Γερμανίας από την άλλη, ήταν το προοίμιο του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου στο έδαφος της Βαλκανικής. Η ταπεινωμένη Βουλγαρία της συνθήκης του Βουκουρεστίου το 1913 και οι μεγέθυνση της Ελλάδας-Σερβίας σε εδάφη της Μακεδονίας ήταν το νέο αγκάθι που θα μεγάλωνε με τον τερματισμό του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου στην περιοχή των Βαλκανίων. Η ήττα των κεντρικών δυνάμεων, των βουλγάρων και οθωμανών συμμάχων τους το 1919 της συνθήκης του Νεϊγί, θα απέδιδε μια ακόμα πιο ταπεινωμένη Βουλγαρία, μια αποδυναμωμένη οθωμανική αυτοκρατορία, μια Ελλάδα με προοπτική την ελληνική Ανατολή στη Μικρά Ασία και μια Σερβία κυρίαρχο της Σλοβενίας-Κροατίας των εδαφών της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και τμήματος της Μακεδονίας. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή μέσω γενοκτονιών που προπορεύτηκαν και την επιστέγασαν, που αποτελεί και τη λήξη του Ανατολικού ζητήματος με τη δημιουργία ενός νέου εύρωστου τουρκικού κράτους, πλέον η Βαλκανική και η Τουρκία βάδιζαν το δρόμο του εκσυγχρονισμού και της κατάρριψης των μοναρχικών μοντέλων. Στην Τουρκία το κοσμικό καθεστώς με ηγέτη τον Κεμάλ υπερισχύει, στη Βουλγαρία η Βουλγαρική Αγροτική Λαϊκή Ένωση με ηγέτη το Σταμπολίνσκι βάδιζε στο δρόμο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στο βασίλειο των Σέρβων-Σλοβένων-Κροατών επιχειρείται ο κοινοβουλευτισμός και στην Ελλάδα η πρώτη αβασίλευτη δημοκρατία διαμορφώνει το νέο της σύνταγμα. Η Μακεδονία και ο γεωγραφικός της χώρος μοιράστηκε οριστικά κυρίως μεταξύ της Ελλάδας και της Σερβίας και ένα πολύ μικρό τμήμα της αποδόθηκε στη Βουλγαρία.

Αυτή είναι η περίοδος όπου τα κομμουνιστικά κόμματα κατά το ευρωπαϊκό πρότυπο διαμόρφωσής τους και υπό τη σκέπη της οχύρωσης του σοβιετικού μοντέλου στην περιοχή αλλά και της δημιουργίας αναχωμάτων απέναντι στην αγγλογαλλική συμμαχία, ξεκινούν να συνεργάζονται με στόχο την Βαλκανική Ομοσπονδία. Σε αυτή τη συνεργασία, η χίμαιρα της εθνικής-κρατικής αυτοδιάθεσης ήταν ο απαραίτητος όρος για τη δημιουργία αστικών καθεστώτων στα οποία σύμφωνα με τον επίγονο του Μαρξ, Λένιν, θα μπορούσε προνομιακά το εργατοαγροτικό στοιχείο να προβεί σε επαναστάσεις που θα ωθούσαν στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό με βάση το σοβιετικό πρότυπο. Παράλληλα η αποσταθεροποίηση στα Βαλκάνια θα λειτουργούσε ως αντίβαρο στις προσπάθειες επίθεσης στη Σοβιετική Ένωση ενώ η μελλούμενη αποσύνθεση των ιμπεριαλιστών και των βαλκανικών προτεκτοράτων τους θα έδινε μια ώθηση στη σοβιετική επέκταση. Η Μακεδονία θα παίξει και αυτή τη φορά καταλυτικό ρόλο ενώ έστω και με σερβικές και ελληνικές αντιρρήσεις, τα βαλκανικά κομμουνιστικά κόμματα θα διαδραματίσουν ρόλο για τις σχεδιασμένες αποσχίσεις τόσο από το Γιουγκοσλαβικό «αστικοτσιφλικάδικο σερβικό» κράτος όσο και από το «ιμπεριαλιστικό» ελληνικό. Παρόλο το εθνικό μπραντεφέρ μεταξύ Γιουγκοσλαβικού Κομμουνιστικού Κόμματος και του αντίστοιχου Βουλγαρικού για τα ιστορικά δικαιώματα επί τους εδάφους και τα αντίστοιχα εθνικά ποσοστά, το ζήτημα της αυτοδιάθεση της Μακεδονίας θα αποτελέσει το κεντρικό εργαστήρι της ηγεσίας της Σοβιετικής Ένωσης, της Κομιντέρν (3η κομμουνιστική διεθνής), της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας και του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος σε συνδυασμό με τη διαφαινόμενη και προγραμματισμένη κομμουνιστική εξέγερση στη Βουλγαρία. Οι προγραμματικές συμφωνίες των πρωταγωνιστών αυτών με την ανασυνταχθείσα εθνικιστική ΕΜΕΟ στα 1923-1924 ήταν το αποτέλεσμα των θεωρητικών προσανατολισμών για τη χρήση του εθνικού ζητήματος ως βάσης για την προλεταριακή επανάσταση. Στο βάθος όμως, η σοβιετική επιστασία με την βασική αντίληψη της άμυνας απέναντι στην αγγλογαλλική δύναμη ενίσχυε την αναταραχή στα Βαλκάνια ως αντίβαρο, ενώ η ίδια ενίσχυε τον παντουρκικό-κεμαλικό παράγοντα.

Έτσι το μακεδονικό ζήτημα ως ζήτημα αρχών και σκοπιμοτήτων συνεχίστηκε τη δεκαετία του ’20, από το 1903 και την εξέγερση του Ίλιντεν, ως η ιδέα ενός έθνους πολυεθνικού και αντίβαρου στα σχέδια των αγγλογαλλικών επιρροών στη Σερβία και στην Ελλάδα και μάλιστα σε μια περίοδο που στην ελληνική Μακεδονία είχαν ήδη εγκατασταθεί 600.000 πρόσφυγες ενώ είχαν αποχωρήσει 200.000 βούλγαροι. Οι αποτυχίες του ΒΚΚ να πραγματοποιήσει εξεγέρσεις και η αποτυχία του σχεδίου της αυτοδιάθεσης της Μακεδονίας από την ΚΔ και τη ΒΚΟ οδήγησε μια περίοδο μιας απροκάλυπτης καταστολής και ενεργοποίησης όλων των εθνικιστικών αντανακλαστικών που ενίσχυσαν και ανέδειξαν το φασισμό στη Βουλγαρία. Αντίστοιχα, για τα πληθυσμιακά δεδομένα της ελλαδικής αριστεράς, η απίστευτη καταστολή και η ιδεολογική επίθεση που εξαπέλυσε το αστικό καθεστώς στην Ελλάδα έδινε το στίγμα της εποχής μέχρι και το 1941. Μέχρι την κατάρρευση της άρχουσας τάξης μέσα στην τριπλή κατοχή και την ανάπτυξη ενός πρωτοφανούς αντιστασιακού κινήματος, παρ’ όλο που το ΚΚΕ είχε ήδη αναθεωρήσει τη θέση του για την “αυτόνομη” Μακεδονία, το καθεστώς εδραίωσε την ιδεολογία του βασισμένη στον αντικομμουνισμό. Η περίοδος της βουλγαρικής κατοχής 1941-44, στην Ανατολική Μακεδονία-Θράκη κι αργότερα σε ολόκληρη την περιοχή, ανέδειξαν σκοπιμότητες οι οποίες σε ένα μεγάλο βαθμό συνέχισαν και επιβεβαίωσαν τον βουλγαρικό μεγαλοϊδεατισμό. Τα εγκλήματα της βουλγαρικής κατοχής στη Βόρεια Ελλάδα ήταν αντίστοιχα των γερμανών ναζί. Όμως η περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας ήταν αυτή που επιβεβαίωνε για μια ακόμα φορά τη σοβινιστική και επεκτατική πρόθεση από πλευράς του καθεστώτος της. Αφού η Βουλγαρία αναγκαστικά παραχώρησε τμήμα της Μακεδονίας στη Γιουγκοσλαβία μετά τη λήξη του πολέμου, η αναγνώριση των πορισμάτων της Αντιφασιστικής Συνέλευσης για την Εθνική Απελευθέρωση της Μακεδονίας (ASNOM) ήταν το αποφασιστικό βήμα του Τίτο από τη μια να εντάξει τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας στην Ομοσπονδία και από την άλλη να συνεχιστεί η αλυτρωτική πολιτική ως τμήμα της ευρύτερης πολιτικής της Ομοσπονδίας, στη μεριά της Ελλάδας και στη μεριά της Αλβανίας από την οποία απέσπασε το Κόσοβο. Το σύνταγμα της ίδιας της Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Μακεδονίας προέβλεπε την απελευθέρωση όλων των εδαφών της ιστορικής Μακεδονίας («…για την απελευθέρωση και των άλλων δύο τμημάτων του έθνους μας…») και αναγνώριζε το μακεδονικό έθνος. Σε αυτό συνέβαλε και η συνεργασία με το σλαβόφωνο ΣΝΟΦ-ΝΟΦ που επιδίωκε την αποκοπή της ελλαδικής Μακεδονίας κατά τη διάρκεια της κατοχής και του εμφυλίου και σε αντιπαράθεση με τους βούλγαρους φασιστες. Το μακεδονικό ξαναήλθε στην επιφάνεια: η 5η Ολομέλεια του ΚΚΕ επιβεβαιώνοντας τη θέση για την ελεύθερη Μακεδονία διατύπωσε και την πράξη αναγνώρισης. Από τότε, μετά από μια σειρά ενεργειών δολοφονικής καταστολής εναντίον της αριστεράς στην Ελλάδα, το μακεδονικό ζήτημα χρησιμοποιήθηκε για τις ιδιαίτερες συνθήκες διώξεων και πολιτικών εκκαθαρίσεων στην Ελλάδα. Η χρήσιμη εισφορά της «ανεξάρτητης» πολιτικής Τίτο προς τη δυτική συμμαχία ήταν αυτή που στη συνέχεια έγινε το έδαφος για τη συνθήκη του Βελιγραδίου μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας-Γιουγκοσλαβίας και της υποστολής του «μακεδονικού».

Η μετέπειτα καταστροφή της Γιουγκοσλαβίας και μετά την ανεξαρτησία της Σλοβενίας και της Κροατίας έδωσε την ευκαιρία στην ηγεσία της ΣΔΜ, το 1991 να κηρύξει την ανεξαρτησία της και να μετονομαστεί σε «Δημοκρατία της Μακεδονίας» με το ίδιο αλυτρωτικό σύνταγμα του 1944. Αυτή η πράξη ήταν που δημιούργησε παγκόσμια τριγμούς. Η Ελλάδα, μέλος όλων των διεθνών οργανώσεων πρόβαλε παντού βέτο σε κάθε αίτημα της «νέας χώρας» για την ένταξή της σε διεθνείς οργανισμούς της Δύσης, με απαίτηση την απαλοιφή του όρου «Μακεδονία» και των παραγώγων του, αλλαγής των συμβόλων και κατάργησης όρων του συντάγματος που προέβλεπαν μονομερή αλλαγή συνόρων. Η ενδιάμεση συμφωνία για αλλαγές στα σύμβολα, στο σύνταγμα και στην ονομασία, δεν έχουν αλλάξει δραματικά τις καταστάσεις από τότε. Αντίθετα από πλευράς πολιτικού συστήματος στην ΠΓΔΜ προβλήθηκε επίσημα και ανεπίσημα η ιδέα για τη δημιουργία ενός παγκόσμιου κέντρου μακεδονισμού, ανταγωνιστικού με τη Βουλγαρία και την Ελλάδα κι από την άλλη μεγεθύνθηκε ο ανταγωνισμός του πολιτικού συστήματος με την αλβανική μειονότητα με αποκορύφωμα τον πόλεμο του 2001 και την ειρηνευτική συμφωνία της Αχρίδας. Όλα δείχνουν ότι το «μακεδονικό ζήτημα» ως ζήτημα για την ονομασία σήμερα, άλυτο εδώ και περισσότερο από μια εκατονταετία, δεν πρόκειται να λυθεί στο πλαίσιο ανταγωνισμών χωρών που λίγο έως πολύ βρίσκονται εξαρτημένες από τα ίδια στρατιωτικά και οικονομικά επιτελεία της Δύσης. Από την άλλη ο εθνικισμός που χρησιμοποιείται ως αντίβαρο για τη δημιουργία συνοχής απέναντι στη νεοφιλελεύθερη επέλαση που πραγματοποιείται από τις ίδιες τις κυβερνήσεις οξύνει τις σχέσεις των δυο λαών, παρόλο που συμφωνίες εμπορίου ή ο τουρισμός έχουν αμβλύνει τις εντάσεις προσωρινά. Η τελευταία φάση, του προσφυγικού ζητήματος δεν μπόρεσε να φέρει σε επαφή κινήσεις από τις δυο πλευρές. Αντίθετα, η κυβέρνηση της ΠΓΔΜ κατάφερε πρώτη να κλείσει οριστικά τα σύνορα.

Με τη σημερινή ρευστότητα στις γεωπολιτικές σχέσεις και στη βάση της αλλαγής των συσχετισμών δυνάμεων, όλα είναι πιθανά σε συνάρτηση με δυσάρεστες εξελίξεις. Οι τελευταίες εξελίξεις στη διπλανή χώρα σε ένα αντιφατικό και σύνθετο περιβάλλον δρομολογούνται στην κατεύθυνση μιας επίπλαστης ειρήνευσης και σταθερότητας από τον αμερικανικό παράγοντα. Ύστερα από μια παρατεταμένη κρίση διακυβέρνησης εφόσον η σκληρή εθνικιστική πλευρά Γκρουέφσκι είχε χάσει την ομολογία πίστης στη δυτική συμμαχία τέθηκε ανοιχτά η απειλή μετά τις δηλώσεις του γερουσιαστή Ροχραμπάχερ για τη διάλυση του κράτους. Η τόνωση του αλβανικού παράγοντα την ίδια περίοδο στα Βαλκάνια από τις ΗΠΑ είχε την αντανάκλασή της στη νέα οργάνωση του κρατιδίου με προοπτική την ομοσπονδία. Έτσι για μια ακόμα φορά με βάση την απειλή περεταίρω αποσταθεροποίησης και διάλυσης κρατών, οι ΗΠΑ και οι διεθνείς οργανισμοί ΝΑΤΟ-ΔΝΤ-ΕΕ τέθηκαν επικεφαλής επίλυσης των κρίσεων που οι ίδιες δημιούργησαν. Η νέα περίοδος εξομάλυνσης για την ονομασία γίνεται υπό την αιγίδα των ΗΠΑ. Έτσι ο ανταγωνισμός των δυο κρατών διευθετείται από την αμερικανική επικυριαρχία βαθαίνοντας την εξάρτηση απέναντι σε ξεχωριστές απειλές. Από την άλλη ο κίνδυνος των αντισυσπειρώσεων είναι υπαρκτός: τόσο η εχθρότητα από πλευράς των ψηφοφόρων του εθνικιστικού κόμματος Γκρουέφσκι αλλά και των χρόνιων «υποδομών» για το μακεδονικό «Πεδεμόντιο» όσο και η υπόθεση της σύνθετης ονομασίας αποκτά σοβαρές διαστάσεις στην ελλαδική πλευρά. Σε μια ρευστή γεωπολιτική συνθήκη στα Βαλκάνια και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, η δημιουργία αξόνων με τον εχθρό του εχθρού μοιάζει σαν μια δυστοπία φερμένη απ’ τα παλιά.

Μετά από έναν αιώνα εθνικών και θρησκευτικών αντιπαραθέσεων στα Βαλκάνια έχουμε τη δυνατότητα να ξεκινήσουμε ένα διάλογο, στη βάση των κοινωνιών, που θα θέσει όλα τα ζητήματα τα οποία ιστορικά μας καθόρισαν και συνεχίζουν να μας καθορίζουν. Τα οριζόντια κινήματα είναι αυτά που ενάντια στον αδιέξοδο εθνικισμό και ενάντια στον χρήσιμο αλλοεθνικισμό (υπεράσπιση του άλλου εθνικισμού) θα θέσουν τη βάση του διαλόγου και την προοπτική της εξομάλυνσης. Αυτή είναι η γέφυρα με στόχο τη δημιουργία κοινών συμβουλίων ανθρώπων από τις δυο πλευρές των συνόρων που θα δώσουν το πρότυπο συνεργασίας, συνεννόησης και δημοκρατίας απέναντι σε αυτήν την αδιέξοδη κι ανόητη διαμάχη.

η μακεδονική εναλλακτική-από την περιπέτεια στη διάβαση της γέφυρας-από τα κράτη στο δημοκρατικό συνομοσπονδισμό

Το μακεδονικό ζήτημα είναι το πιο σύνθετο, το πιο πολύπλοκο και το πιο δυσεπίλυτο ζήτημα στο πλαίσιο του Ανατολικού ζητήματος αλλά και αργότερα στο πλαίσιο των διαρκών εθνικών-κρατικών διαμορφώσεων ως το τέλος του Β Παγκοσμίου Πολέμου στα Βαλκάνια. Μέχρι και σήμερα είναι άλυτο. Για τους διεθνείς οργανισμούς ΝΑΤΟ, ΔΝΤ και ΕΕ είναι υπόθεση ένταξης της χώρας στην διεθνή αγορά και στους στρατιωτικούς σχεδιασμούς. Για την Τουρκία που διατηρεί μια μικρή μειονότητα μέσα στη ΦΥΡΟΜ είναι η μια χώρα που μπορεί δυνητικά να παίξει στο μέλλον το ρόλο αποσταθεροποίησης του ελληνικού συστήματος ενώ πιθανόν να δώσει ρόλο στη μεγάλη αλβανική κοινότητα που ελέγχεται δια μέσου της θρησκευτικής προσκόλλησης. Για τη Σερβία ως εκπροσώπου της γιουγκοσλαβικής ενότητας, σήμερα, το μακεδονικό ζήτημα είναι η εδώ και 25 χρόνια ανεξαρτητοποίηση του νέου κρατιδίου από την Ομοσπονδία, για τη Βουλγαρία είναι το πάγιο ζήτημα του ιστορικού ακρωτηριασμού της. Για την Ελλάδα -στο πλαίσιο μελλοντικών συσχετισμών δυνάμεων- η ΦΥΡΟΜ χρησιμοποιεί με εθνική βαρύτητα το γεωγραφικό προσδιορισμό «Μακεδονία» επιβουλευόμενη εδάφη της ελλαδικής επικράτειας. Για το ίδιο το πολιτικό σύστημα της διπλανής χώρας στην οποία διαβιεί μια πολυπληθής αλβανική κοινότητα, το «μακεδονικό» ζήτημα είναι η αδικία που υφίσταται μια ολόκληρη κοινωνία με το να αμφισβητείται η εθνική της ταυτότητα.

Πίσω όμως από την ασάφεια και την αχλή που έχει τυλίξει το όλο ζήτημα κρύβεται μια ιστορική πραγματικότητα που αφορά έτσι κι αλλιώς όλη τη Βαλκανική στο μέτρο που κάθε ζωτικής σημασίας συνεργατική διαπραγμάτευση, κάθε βαλκανικό όραμα εκτοπίστηκε. Οι βασικοί παράγοντες ήταν:

α) οι ανταγωνισμοί των μεγάλων δυνάμεων που απέβλεπαν στο χώρο των Βαλκανίων ένα διάδρομο εξυπηρέτησης συμφερόντων ή μια αποικία επέκτασης των αγορών σε μια διφορούμενη ανάγνωση της σταθερότητας αλλά και της διάλυσης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας,

β) οι ίδιες οι αρχές της αυτοκρατορίας που επιδίωκαν να δημιουργήσουν ένα διχασμό ανάμεσα στους διεκδικητές του νόμιμου γεωγραφικού της χώρου και τέλος οι ίδιες οι εθνικές-κρατικές διαμορφώσεις,

γ) η σχεδόν καθολική αποδοχή της δημιουργίας μοντέρνων εθνών-κρατών (ένα έδαφος-ένα κράτος-ένας λαός) που θα επέβαλαν την ιεραρχία στην οικονομία, την κοινωνία και την πολιτική.

Η συγκατοίκηση διαφόρων εθνοτήτων στο έδαφος της ιστορικής Μακεδονίας που αντιπροσώπευε την επικράτεια δυο οθωμανικών βιλαετιών, της Θεσσαλονίκης και του Μοναστηρίου, σε μια εποχή που το νέο αστικό πρότυπο έδινε στο έθνος την προτεραιότητα ολοκλήρωσής του, έγινε το βασικό πρόβλημα διανομής σε επικράτειες. Κι αυτό μάλιστα όταν οι ίδιος ο παραδοσιακός αγροτοκτηνοτροφικός χαρακτήρας της περιοχής με τις φεουδαρχικές του αντιλήψεις αδυνατούσε στο να δώσει ό ίδιος λύσεις. Η αργή κοινωνική εξέλιξη έδωσε τη δυνατότητα στις μεγάλες δυνάμεις όπως και στις οθωμανικές αρχές το προβάδισμα ενώ τα άλλα δυο κράτη, το σερβικό και το ελληνικό, που είχαν ήδη διαμορφωθεί από το 1804 και το 1832 αντίστοιχα, είχαν ήδη διαδώσει τις εκδοχές βαλκανικού πρότυπου κράτους. Ενός κράτους που η διαγωγή του ήταν πάντα σε διαρκείς εξετάσεις από τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων και των διαφορών τους, ενός κράτους που η κοινωνική του συνοχή εξαρτάτο από τις απόπειρες εφαρμογής αλυτρωτικής πολιτικής. Από κει πήρε το νήμα ο βουλγαρικός εθνικισμός που πρόβαλε τη μακεδονική επικράτεια ως αποκλειστική του ιδιοκτησία.

Σήμερα, μετά το πολιτειακό όραμα του Ρήγα, μετά την τραγική αποτυχία των κομμουνιστικών κομμάτων στα Βαλκάνια, βρισκόμαστε μπροστά στο παρόν και το μέλλον της περιοχής. Το πώς δηλαδή, θα μπορέσουμε να θέσουμε τις βάσεις για τη συνεργασία των λαών στα Βαλκάνια, γνωρίζοντας όσο γίνεται καλύτερα τις αδυναμίες που δεν είναι εγγενείς αλλά επίκτητες κι απότοκες μιας σύνθεσης παραγόντων ιστορικών: η αποικιοκρατία, η πολιτική και η οικονομική ανισότητα, ο εθνικισμός, η πνευματική καθήλωση κι ακόμα η οικολογική ισορροπία που διαταράσσεται έντονα. Η αντιστροφή αυτών των όρων είναι μέσα στα καθήκοντα των ανθρώπων που επιθυμούν να αλλάξουν τον κόσμο σε κατευθύνσεις ισότητας, αλληλεγγύης και δικαιοσύνης, όχι από κει που τον βλέπουν με τα μάτια της θεωρήσεων αλλά από εκεί που αυτός βρίσκεται. Το μακεδονικό ζήτημα, δίπλα σε όλα τα προβλήματα που σχετίζονται με την σύγχρονη αναθεωρητική λογική και η οποία συνάδει με αλληλοσυγκρουόμενους στόχους των ηγεμονικών δυνάμεων, σε μια εποχή νέας ρευστότητας και ανακατανομής δυνάμεων, είναι σημαντικό προς διερεύνηση με στόχο τη δημιουργία γεφυρών από την πλευρά των λαών. Για αυτό και το να θέσουμε δάκτυλον επί τον τύπο των ήλων-μη εξαλείφοντας ή μη κατευνάζοντας τις πληγές με τα μάτια της ιδεολογίας είναι κάτι παραπάνω από απαραίτητο. Έτσι κι αλλιώς ο σύγχρονος αναθεωρητισμός και οι επεκτάσεις από την τουρκική Ανατολή και την ευρωαμερικανική Δύση βασίζεται πάνω στην ιχνηλασία επί αυτών των πληγών διαιρώντας περεταίρω τους λαούς είτε με βάση το θρησκευτικό ζήτημα είτε με βάση την εθνική απώλεια. Σε κάθε περίπτωση η οργανική τους σύζευξη αποτελεί κι ένα επιπλέον φυτίλι για την έκρηξη.

Η δημοκρατική αυτονομία και ο δημοκρατικός συνομοσπονδισμός ως μια εποικοδομητική θεώρηση και κοσμοαντίληψη που συνδυάζει τον κοινοτισμό-διεθνισμό, τον οικονομικό συνεργατισμό, την οικολογία, τη δημοκρατία και τα κοινωνικά δικαιώματα θέτει το έδαφος μιας νέας δικαιοσύνης και διαλόγου. Η εφαρμογή του μέχρι και σήμερα, στη Συρία και στην Τουρκία, μας δίνει τη δυνατότητα να οραματιστούμε έναν ορίζοντα διεθνών συνεργασιών, μιας άλλης οικονομίας, ενός αποκεντρωμένου, δημοκρατικού και ομόσπονδου περιεχομένου στην πολιτική, της άμυνας απέναντι στην ισλαμοφασιστική απειλή και στα εθνικιστικά ρεύματα, της συνεργασίας των εθνοτήτων και των θρησκευτικών-φιλοσοφικών ρευμάτων στα πληγωμένα Βαλκάνια. Η πληγωμένη Μέση Ανατολή από τις εθνικοθρησκευτικές διαμάχες, την ιμπεριαλιστική επέκταση και την νέο-Οθωμανική κηδεμονία, το σιωνιστικό σοβινισμό ή τις εθνικιστικές αραβικές εξάρσεις κι από το νέο προσφυγικό ρεύμα, δείχνουν ένα διάδρομο που οφείλουμε να δούμε σε μια γεωγραφική περιοχή που συνδυάζει την Ανατολή, την Ευρώπη, τα Βαλκάνια, τη Μεσόγειο. Είναι ο δικός μας κουρδικός διάδρομος.

Σήμερα έχουμε κάθε δυνατότητα να αποφύγουμε τα λάθη παλαιότερων γενεών που μας άφησαν παρακαταθήκη. Τόσο ο ρομαντικός εθνικισμός της διεκδίκησης αλύτρωτων εδαφών όσο και η κατά Λένιν αυτοδιάθεση των βαλκανικών εθνών, με στόχο τη διασάλευση της αγγλικής επικυριαρχίας οδήγησε σε τραγωδίες τα Βαλκάνια, με χαρακτηριστική αυτήν του μακεδονικού ζητήματος. Από την άλλη, σήμερα, η διαπραγμάτευση των εθνικών ζητημάτων στο πλαίσιο των εμπορικών δρόμων, των διαδρόμων για τη μεταφορά ενεργειακών φορτίων, της ευρωπαϊκής-ΝΑΤΟϊκής επέκτασης των αγορών και της δημιουργίας στρατιωτικής περικύκλωσης του ρωσικού παράγοντα, της νέο-οθωμανικής υποδούλωσης στην «πίσω αυλή» της, της όξυνσης του θρησκευτικού ζητήματος με αιχμή την ισλαμοφασιστική απειλή μέσα στα Βαλκάνια, της εθνικιστικής εκδίπλωσης από κάθε πλευρά, της αναμόχλευσης ζητημάτων που εμπίπτουν ευκαιριακά με αντικρουόμενα συμφέροντα, μάς θέτουν ωμά τις αδυναμίες στις οποίες έχουμε περιπέσει ακολουθώντας τα πρότυπα αυτής της εξαρτημένης εθνικής ολοκλήρωσης. Είναι καιρός, αναγνωρίζοντας τις εθνικές και θρησκευτικές ταυτότητες να παροτρύνουμε στο να εκφραστούν δυναμικά, συνεργατικά και με στόχο νέες αφηγήσεις ελευθερίας και ειρήνευσης. Τα αυτόνομα συμβούλια, θεσμοί που επιλύουν ή προσπαθούν να επιλύσουν στην πράξη όλους τους διαχωρισμούς στο κατακερματισμένο σώμα των κοινωνιών είναι οι νέα μας εφαρμοσμένη στη Μέση Ανατολή, δυνατότητα, για να μπορέσουμε με εμπόδια να προσχωρήσουμε στη συνεργασία των λαών της Βαλκανικής. Αλβανοί, σλάβοι, βούλγαροι, έλληνες και τούρκοι, πρόσφυγες και μετανάστες και ρομά, μειονότητες και ντόπιοι, μπορούμε να δημιουργήσουμε γέφυρες αρκεί να βρούμε τις πραγματικές όχθες που αυτές θα χτιστούν. Και οι όχθες σε κάθε περίπτωση μας υπενθυμίζουν τους πολέμους και το αίμα των προγόνων μας για τη δημιουργία τους.

Οι κοινότητες των ελλήνων, σλάβων, βουλγάρων, τούρκων, πομάκων, αλβανών, ρομά που ζουν στις χώρες αυτές θα μπορούσαν να αποτελέσουν γέφυρες. Το βασικό ζήτημα που αφορά τη Μακεδονία και τη διεκδίκησή της από τις 3 χώρες οι οποίες έχουν στην επικράτειά τους τμήματά της, είναι το πρώτης τάξεως ζήτημα που αφορά μια κοινή ιστορική διερεύνηση των οριζόντιων κινημάτων Ελλάδας-πΓΔΜ-Βουλγαρίας. Η προώθηση της δημοκρατικής αυτονομίας σε μια περίοδο που η αμερικανοκρατία έχει δέσει τη χώρα με την απειλή της διχοτόμησης προκειμένου να την καταστήσει φυλάκιο είναι μια σημαντική εμβολή κι αποτελεί τον ίδιο παρονομαστή με την εξάρτηση της Ελλάδας για λόγους εξωτερικής απειλής από την Τουρκία ενώ η Βουλγαρία πολύ κοντά στη Ρωσία, μετατρέπεται σε βάση των αμερικανών. Η εναντίωση στο ΝΑΤΟ-ΕΕ με στόχο μια ελευθεριακή βαλκανική ομοσπονδία περιφερειών είναι μια βάση για μια κοινή αναζήτηση του τέλους της εξάρτησης, των ανισοτήτων και του εθνικισμού. Μια χώρα όπως η ΦΥΡΟΜ που βιώνει τη φτώχεια και την εκποίηση του πλούτου, μια χώρα προτεκτοράτο των ΗΠΑ και της ΕΕ, δεν μπορεί παρά να έχει ένα τεράστιο παραγωγικό έλλειμμα. Οι αντίστοιχες περιοχές της ελλαδικής Μακεδονίας βιώνουν την εγκατάλειψη και την αδιαφορία του κράτους και πιο ιδιαίτερα σήμερα που οι μνημονιακές συμβάσεις την καθιστούν ένα χώρο ευάλωτο. Οι κοινές αντιιμπεριαλιστικές πρωτοβουλίες για την αποφόρτιση της εθνικής έντασης αναγνωρίζοντας τις διαφορές και τις αντιφάσεις της ιστορίας, κοινές πρωτοβουλίες για τη διαχείριση των Πρεσπών καθώς και το ζήτημα της παραγωγικής διαδικασίας ένθεν και ένθεν, μπορούν να αποτελούν την αρχή ενός διαλόγου μεταξύ των ίδιων των ανθρώπων. Οι Σκουριές αλλά και κάθε αποικιοκρατική επένδυση στις χώρες μας, μας θέτει ενώπιους ενωπίω. Το πυρηνικό εργοστάσιο στο Κοζλοντούι και οι κίνδυνοι αφανισμού και καταστροφής στα Βαλκάνια φέρνει πιο κοντά με μια αδήριτη πραγματικότητα. Τέλος, τα σύνορα της ΠΓΔΜ ήταν μέχρι και τη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας τα σύνορα της Ευρώπης ενάντια στους πρόσφυγες. Η ενθάρρυνση ανθρώπων από την ΠΓΔΜ και από την πλευρά της ελλαδικής επικράτειας μπορεί να συμβάλει σε μια εξομάλυνση του προσφυγικού ζητήματος και της έναρξης προσπαθειών για φιλοξενία από πρωτοβουλίες βάσης.

Η απόκρουση του νεοφιλελευθερισμού άλλωστε δεν προϋποθέτει ένα «ισχυρό κράτος», όπως αυτά που έχουμε συνηθίσει και τα οποία ξεπουλούν εν ριπή οφθαλμού τον κοινό πλούτο αλλά μια κοινοτικοποιημένη οικονομία που η δικτύωσή της ξεπερνάει τα κρατικά σύνορα και μια δημοκρατία χωρίς κράτος που ξεπερνάει τα κοινοβούλια και τη διαμεσολάβηση. Η καταστροφή των κοινοτικών δεσμών από το κράτος ήταν αυτή που συνέβαλε στον εθνικισμό, στην άδικη κατανομή του πλούτου, στην εκχώρηση των προνομίων της αποικιοκρατίας και στον πολιτικό διακανονισμό δικτατοριών και κοινοβουλίων. Η δημοκρατία χωρίς κράτος, ως πρότυπο, μπορεί να χτίσει γέφυρες στα σύνορα ένθεν και ένθεν ακολουθώντας τις οικολογικές συντεταγμένες για τη συμβίωση της κοινωνίας με τη φύση, θέτοντας τη συνεργατική και αλληλέγγυα οικονομία για την επιβίωση, την ισότητα στις σχέσεις άνδρα-γυναίκας σε αυτές τις περιοχές που ζούμε. Η Ιστορία σε κάθε περίπτωση είναι το πεδίο πάνω στο οποίο θα γραφτούν οι νέες αφηγήσεις της αδελφοποίησης των λαών.

Έτσι, οι παραγωγικές διαδικασίες της συνεργατικής οικονομίας, η άμβλυνση των θρησκευτικών και εθνικών διαφορών, ένας άλλος τουρισμός με στόχο τη γνωριμία των ανθρώπων στα σύνορα, η διαχείριση του κοινού ποταμού και της λίμνης, το μεταναστευτικό και μειονοτικό στοιχείο, οι πολιτιστικές ανταλλαγές, η διοργάνωση κοινών γιορτών, θα μπορούσαν να αποτελούν θέματα των διασυνοριακών αυτόνομων συμβουλίων που πιθανόν να κατέληγαν σε τοπικές και ομόσπονδες συνελεύσεις.

Η προώθηση της δημοκρατικής αυτονομίας-συνομοσπονδισμού δεν είναι απλά μια νέα ιδεολογία που έρχεται να επισκιάσει κάθε πρωθύστερη μορφή συνύπαρξης και συνοχής στα Βαλκάνια. Είναι όμως μια πρόταση ενθάρρυνσης της ισότητας στη συμμετοχή του καθημερινού βαλκάνιου στα πολιτικά και οικονομικά δρώμενα, της συγκρότησης διαλόγου ένθεν κακείθεν για την άμβλυνση των εντάσεων, της απομάκρυνσης των θρησκευτικών διχοτομήσεων, της ώθησης για το ζενίθ της παραγωγικότητας στη δημιουργία, της ώσμωσης των διαφορών διαμέσου της σταθερότητας των σχέσεων ενός νέου πολιτισμού των πολιτισμών. Η δημοκρατική αυτονομία-ο κοινοτισμός των ξεχωριστών τόπων ξεπερνάει, με σχέσεις ουσίας, τα σύνορα θέτοντας τις βάσεις του συνομοσπονδισμού στην πράξη. Καταλαμβάνοντας το κενό της επίσημης οικονομίας, της επίσημης πολιτικής, της επίσημης θρησκείας μπορούμε να σχεδιάζουμε το μέλλον μιας Βαλκανικής Κομούνας.

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://eleftheriako-giro-giro.espivblogs.net/%cf%84%ce%bf-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%ce%b5%ce%b4%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%ce%b7-%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bd%ce%bf%cf%83%ce%bb%ce%b1%ce%b2%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%bc%ce%b1%cf%87/