Μέ έλεγαν Αϊλάν. Με έλεγαν Γκαλίπ.

αναδημοσίευση

prosfigeskompani-620x330

Ήμουν Κούρδος. Την πατρίδα μου την έλεγαν Συρία. Μια χώρα με χίλια πρόσωπα, τα χίλια τοπία, λαούς.

Από την γλύκα της ελιάς των παραλίων ως την πέτρα, το κίτρινο της έρημου και τους φοίνικες των οάσεων. Και τα έργα των ανθρώπων, από τα ερείπια της Παλμύρας, ένα από τα ομορφότερα μέρη που μπορούσε κάποτε κανείς να δει, ως το  Κρακ Ντε Σεβαλιέ αλλά και τα μυρωδάτα Σουκ της Δαμασκού και του Χαλεπιού. Μια χώρα όπου πέρασαν τόσοι λαοί κι άφησαν τα σημάδια τους, ο ένας δίπλα στον άλλο. Οι αιώνες πάντρεψαν τους Χεταίους του Καντές με τις πόλεις των Φοινίκων, με την ελληνιστική Απάμεια, με την Μονή του Συμεών του Στυλίτη, με τα φρούρια των σταυροφόρων και του Σαλαντίν, με τα τζαμιά των Ομαγιάτ. Μια χώρα όπου η συνύπαρξη του διαφορετικού κι η αλληλεπίδραση γλύκαινε τις αντιθέσεις κι έκανε ακόμα και τους πιο μισαλλόδοξους Εβραίους να εικονογραφούν τις συναγωγές τους.

Τώρα παντού η μυρουδιά του αίματος και τα ερείπια των αρχαίων και των νέων σπιτιών, ναών, αγαλμάτων.

Μέ έλεγαν Αϊλάν. Με έλεγαν Γκαλίπ.

Την πόλη μου την έλεγαν Κομπάνι. Την ξέρεις ίσως από τα έργα αυτών που στάθηκαν να πολεμήσουν, να πεθάνουν και να νικήσουν. Ξέρεις το Κομπάνι των ανταρτών, το Κομπάνι της Αρίν Μιρκάν. Κανένας τόπος δεν γεννάει μόνο ήρωες, όμως το άδικο μαρτύριο είναι αυτό που κάνει τους μάρτυρες και τους δίνει μια θέση στην καρδιά των ανθρώπων.

Μας έδιωξαν οι μαύρες καρδιές με τα μαύρα ρούχα. Αυτοί οι άνθρωποι του αίματος που θέλουν να λέγονται άνθρωποι της πίστης. Οι άνθρωποι που απλόχερα η πολιτισμένη χριστιανική Δύση κι η πολιτισμένη Τουρκία όπλισε, έθρεψε, στήριξε για να καταστρέψει την χώρα και τις ζωές μας. Η ίδια η Τουρκία που, αφού έκανε ό,τι μπορούσε για να μείνουμε λεία στην δίψα των τεράτων, αφού μας βομβάρδισε, μετά μας μάντρωσε πίσω από το συρματόπλεγμα, όπου οι μόνοι που μπαινόβγαιναν ήταν οι έμποροι της ελπίδας για μια φυγή στην ασφάλεια. Μπορούσαμε να φύγουμε κι αλλιώς, με αξιοπρέπεια, αλλά αυτό δεν συνέφερε ούτε την τουρκική “φιλοξενία”, που μας έκανε ομήρους για να εκβιάζει, ούτε την βιομηχανία της φυγής, από τους διακινητές ως τους εμπόρους φουσκωτών μιας χρήσης στα παράλια. Η άδεια εξόδου δεν δόθηκε ποτέ, ο Καναδάς παρέμεινε μακριά, όλα οδηγούσαν στην παραλία και την γεμάτη απελπισία βάρκα.

Μέ έλεγαν Αϊλάν. Με έλεγαν Γκαλίπ.

Δεν πρόλαβα να μεγαλώσω, η θάλασσα, που σαν κάθε παιδί ονειρεύτηκα, με συνάντησε και με πήρε.

Σου λεν πως το δράμα μου άρχισε και τέλειωσε πάνω σε μια βάρκα, πως η τραγωδία ήταν τα λίγα μίλια ως την απέναντι ακτή, κι όχι τα ατελείωτα χιλιόμετρα του Γολγοθά που άρχισε, όταν ο πόλεμος, που άρχισαν και συντηρούν τόσα χρόνια τώρα, χτύπησε την πόρτα μας.

Τώρα η φωτογραφία του κορμιού μου, πολλαπλασιασμένη μέσα από τους καθρέφτες της μηχανής που γέννησε και γιγαντώνει την δυστυχία και τον θάνατο, εισβάλλει στους εφιάλτες σας. Όχι για να αποκαλύψει αλλά για να καλύψει τις αιτίες που με έφεραν στα κύματα, ένας θρήνος για την απώλεια λες και ήταν ατύχημα, μια κακιά στιγμή για το ποτάμι των απελπισμένων που οι πολιτικές του πολέμου έφεραν έξω από τις πόρτες σας, να γεμίζει τις πλατείες και τους σταθμούς σας. Εικόνες προορισμένες να προκαλέσουν την συμπόνια, μια συμπόνια για το θύμα που ξεχνάει τον θύτη, που στρέφει την κουβέντα στο πώς θα φιλοξενηθούν οι ξεριζωμένοι και όχι στην αιτία του ξεριζωμού, που κάθε μέρα μεγαλώνει το ποτάμι της φυγής. Λες και η κάθαρση είναι να ανοίξεις την δική σου πόρτα στους ξεριζωμένους κι όχι να υψώσεις το μπόι σου ενάντια στην μηχανή του ξεριζωμού που γκρέμισε την δική μου πόρτα.

Με έλεγαν Αϊλάν. Με έλεγαν Γκαλίπ.

Ήμουν Κούρδος. Δεν μου φτάνει το δάκρυ σου. Θέλω να αναρωτηθείς γιατί.

(για την απόδοση: Θανάσης Τζιούμπας)

 

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://eleftheriako-giro-giro.espivblogs.net/2015/09/08/%ce%bc%ce%ad-%ce%ad%ce%bb%ce%b5%ce%b3%ce%b1%ce%bd-%ce%b1%cf%8a%ce%bb%ce%ac%ce%bd-%ce%bc%ce%b5-%ce%ad%ce%bb%ce%b5%ce%b3%ce%b1%ce%bd-%ce%b3%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%af%cf%80/

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.